Στο φθινοπωρινό Βέρμιο, στην περιοχή του Αγ. Νικολάου Νάουσας, η Ορειβατική Ομάδα Βέροιας "Τοτός"

«Κοντά στα περιβόλια που λένε πως ήταν του Μίδα, του γιού του Γορδίου, φυτρώνουν άγρια ρόδα, που το καθένα τους έχει εξήντα φύλλα και το άρωμά τους είναι ανώτερο από των άλλων. Σ’ αυτά τα περιβόλια, όπως διηγούνται οι Μακεδόνες, πιάστηκε σε παγίδα ο Σιληνός. Και πάνω από αυτά τα περιβόλια υψώνεται το βουνό που ονομάζεται Βέρμιο, που είναι αδιάβατο το χειμώνα…»   ( Ηρόδοτος )

Περιγραφή: Αλέξανδρος Γραμματικόπουλος

Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Γραμματικόπουλος, Αθανάσιος Συργιάννης, Γεώργιος Γαλάνης

Μετά τις κατά σειρά, «εκτός έδρας», εξορμήσεις μας στους ορεινούς όγκους: «Τύμφη» (Ν. Ιωαννίνων), «Βόρα» (Ν. Πέλλας), «Αθαμανικά Όρη ή Τζουμέρκα» (Ν. Άρτας–Ν. Ιωαννίνων) και «Όλυμπο» (Ν. Πιερίας), τα μέλη της ορειβατικής ομάδας Βέροιας «Τοτός» αποφασίσαμε να πραγματοποιήσουμε και μία εξόρμηση «στην έδρα» μας αυτή τη φορά.

Η απόφαση μας, για κυριακάτικη δραστηριότητα στο Ν. Ημαθίας και μάλιστα στον ορεινό όγκο του Βερμίου, ήταν η καλύτερη, γιατί αυτή την εποχή το «φθινοπωρινό Βέρμιο» γεμίζει τα μάτια, αυτών που το αντικρίζουν, με χρώματα και τις μνήμες των ψηφιακών μηχανών, αυτών που το επισκέπτονται, με αμέτρητες «αποθηκευμένες» εικόνες.

Για το βουνό αυτό μπορούν να ειπωθούν πάρα πολλά και να γραφούν ακόμη περισσότερα.

Η περιγραφή, όμως, που έκανε ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος τα λέει όλα : «Το όρος Βέρμιο, η ιστορία του οποίου χάνεται στα πρώτα χρόνια της γνωστής σε εμάς ιστορίας, συνοδευόμενη από μύθους, δοξασίες, κατορθώματα ηρώων και θεών, περάσματα βασιλιάδων και αγίων, μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ένα από τα ομορφότερα και πλουσιότερα σε χλωρίδα και πανίδα όρη του ελλαδικού χώρου.»

Μετά την επιλογή του βουνού σειρά είχε η επιλογή της διαδρομής. Στον ορεινό όγκο υπάρχουν δεκάδες και πλέον διαδρομές. Διαδρομές οι οποίες, ανάλογα με το σκοπό και  τη διάθεση του καθένα, μπορούν να επιλεγούν, άλλες για χαλαρούς περιπάτους, κάποιες άλλες για μέτριας δυσκολίας πορείες και οι υπόλοιπες για πολύωρες και πιο απαιτητικές εξορμήσεις.

Στο Βέρμιο, ο εκδρομέας, ο φυσιολάτρης, ο περιπατητής, ο ορειβάτης, μπορεί να περπατήσει μονοπάτια που περνάνε δίπλα σε τρεχούμενα νερά ρεματιών και κάποια άλλα δίπλα στο ποτάμι. Εδώ, θα μπορέσει να χαρεί όλη την ομορφιά της Φύσης περνώντας μέσα από πυκνά δάση με καστανιές, με οξυές και με δρύς που κυριαρχούν στους πρόποδες του βουνού.

Ανεβαίνοντας ακόμη πιο πάνω θα έχει την ευκαιρία να περάσει μέσα από δάση με πεύκα και έλατα. Και πλησιάζοντας προς τις κορυφές του ορεινού όγκου, που είναι δεκάδες, θα έχει την δυνατότητα να βρεθεί σε ένα τελείως διαφορετικό τοπίο. Θα μπορέσει να αντικρίσει ένα τοπίο πετρώδες με χαμηλή ποώδη βλάστηση και σχεδόν γυμνό από θάμνους και δένδρα. Εικόνες εναλλασσόμενες, κομμάτια με τη δική τους ξεχωριστή ομορφιά.

Εμείς, τα μέλη της ορειβατικής ομάδας, μελετώντας τον χάρτη της περιοχής και αξιολογώντας τη κάθε διαδρομή, καταλήξαμε σε εκείνη που ξεκινά από τον Άγιο Νικόλαο Νάουσας και καταλήγει στην κορυφή «Μουντάκι».

Έτσι, την Κυριακή 03-09-2017, φύγαμε από τη Βέροια με προορισμό την πόλη της Νάουσας. Αυτή τη φορά ήμασταν πολύ χαλαροί. Δεν αναχωρήσαμε ξημερώματα, κάτι που έγινε στις προηγούμενες τέσσερις κατά σειρά κυριακάτικες ορειβατικές μας εξορμήσεις.

Οι «εντός έδρας» αποστάσεις δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλες και έτσι ο χρόνος αυτή τη φορά δεν μας «κυνηγούσε». Η οδική μας διαδρομή: Βέροια-διασταύρωση Κοπανού. Παντού, γύρω μας, ο Ημαθιώτικος κάμπος με διάφορες καλλιεργούμενες εκτάσεις. Ροδακινιές, νεκταρινιές, μηλιές, αχλαδιές, δαμασκηνιές, αμπελώνες, καλαμπόκι κ.α.

Στη διασταύρωση, στρίβοντας στα φανάρια αριστερά μπήκαμε στον ασφαλτόδρομο που άρχιζε να ανηφορίζει. Φτάνοντας στα 330 μέτρα υψόμετρο, φάνηκαν τα πρώτα σπίτια της Ηρωϊκής πόλης που σε κερδίζει από το δρόμο ακόμη καθώς την πλησιάζεις.

«Σκαρφαλωμένη» στην πλαγιά του Βερμίου απλώνεται σε ένα καταπράσινο τοπίο και από κάτω να πέφτουν τα πολλά τρεχούμενα νερά της περιοχής. Οι πρωϊνές ακτίνες του Ήλιου άρχισαν να «αγκαλιάζουν» το φυσικό «Μπαλκόνι», το Δημοτικό Πάρκο, που από ψηλά έχει θέα τον έφορο κάμπο της περιοχής.

Ο παράδεισος αυτός, στην καρδιά της πόλης, καταπράσινος με τα δρομάκια του και τα λογής-λογής λουλούδια να τα περιβάλλουν, τις τεχνητές λιμνούλες και τα γεφυράκια του, τους κύκνους και τις πάπιες στα νερά και τους σκίουρους να πηδάνε από δένδρο σε δένδρο, άρχισε να «ξυπνά», να ζωντανεύει.

Το πέρασμά μας από τους δρόμους της Νάουσας, που άρχισε δειλά-δειλά να μπαίνει στον κυριακάτικο ρυθμό της, ολιγόλεπτο. Το ρολόϊ στο ψηλότερο σημείο του πετρόχτιστου Πύργου του Ρολογιού, σήμα κατατεθέν της πόλης, που ορθώνεται δίπλα στο Δημαρχείο, έδειχνε 08.10΄ π.μ.

Περάσαμε πάνω από τη γέφυρα που συνδέει τις δύο όχθες του ποταμού Αράπιτσα  και βρίσκεται στο σημείο που, σύμφωνα με την παράδοση, το 1822 μια ομάδα θαρραλέων γυναικών θυσιάστηκε στον καταρράκτη των «Στουμπάνων» για να μη πέσει στα χέρια των τούρκων εισβολέων.

Το μεταλλικό γλυπτό μιας γυναίκας που κρατά το μωρό στην αγκαλιά της, «πληροφορεί» τον επισκέπτη πως βρίσκεται στο «Χώρο Θυσίας» και στην περιοχή «Στουμπάνοι» με τους καταρράκτες. Πριν φτάσουμε στα τελευταία σπίτια, η εικόνα των πανύψηλων φουγάρων των εργοστασίων κλωστουφαντουργίας, άλλο ένα σήμα κατατεθέν της πόλης, που δεν καπνίζουν πια δεν ήταν η καλύτερη.

Παντού ερημιά.

Οι φωνές εργατριών-εργατών έπαψαν, εδώ και πολλά χρόνια, να ακούγονται. Φορτηγά να μπαινοβγαίνουν δεν υπήρχαν. Αφήνοντας αυτή την θλιβερή εικόνα, συνεχίζαμε την οδική πορεία μας βγαίνοντας από την πόλη.

Δεν κάναμε παραπάνω από 4 χλμ. από τη Νάουσα και φτάσαμε στον «επίγειο παράδεισο της περιοχής». Μπροστά μας μια ειδυλλιακή εικόνα ενός χώρου αναψυχής και περιπάτου.

Βρισκόμασταν στο Άλσος του Αγίου Νικολάου με τα πανύψηλα υπεραιωνόβια πλατάνια, τα πλακόστρωτα δρομάκια, τις ξύλινες γέφυρες που ενώνουν τις όχθες του ποταμού Αράπιτσα, με τα ξύλινα παγκάκια, τις βρυσούλες, με τη τεχνητή λίμνη ψαρέματος, με τους χώρους άθλησης, το εκκλησάκι του Αγ. Νικολάου, με τις πολλές ταβέρνες για φαγητό και μαγαζιά για την απόλαυση της ηρεμίας του τοπίου.

Εμείς δεν μπήκαμε μέσα, αλλά συνεχίσαμε τον ασφαλτόδρομο δεξιά πηγαίνοντας προς τις πηγές του ποταμού Αράπιτσα, που βρίσκονται λίγο πιο πέρα από το γήπεδο ποδοσφαίρου της περιοχής. Σε ένα πλάτωμα, στο τέλος της ασφάλτου, και δίπλα σε ένα ξύλινο κιόσκι σταθμεύσαμε τα αυτοκίνητά μας κάτω από τον ίσκιο δύο πανύψηλων πλατάνων.

Στο σημείο τα GPS έδειχναν 510 μέτρα υψόμετρο.

Αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε. Τα σακίδιά μας με τα πλέον απαραίτητα και χωρίς περιττό βάρος. Γεμίσαμε τα παγούρια μας με το κρύο νερό των πηγών του ποταμού. Αφού ελέγξαμε εάν όλα ήταν εντάξει, ξεκινήσαμε 4 άνδρες, μέλη της ορειβατικής ομάδας, για την κυριακάτική μας εξόρμηση στον ορεινό όγκο του Βερμίου.

Η πορεία μας, στην αρχή, πάνω σε δασικό δρόμο που ήταν κλειστό για τα τροχοφόρα. Συντροφιά μας οι ήχοι των τρεχούμενων νερών που βγαίνανε από τις πηγές και τα τιτιβίσματα των πουλιών που χαίρονταν το ξεκίνημα μιας καινούργιας μέρας.

Ο δασικός δρόμος περνούσε μέσα από δένδρα που το κάλυπταν από πάνω, λές και σχημάτιζαν ένα σκοτεινό φυτικό τούνελ. Δεν κάναμε παραπάνω από 300 μέτρα, από το σημείο που αφήσαμε τα αυτοκίνητά μας, και συναντήσαμε μια ξύλινη πινακίδα που ήταν καρφωμένη στην κολώνα της ΔΕΗ και είχε την ένδειξη: «Μουντάκι-Καταφύγιο»  και ένα βέλος να δείχνει δεξιά.

Στο σημείο εκείνο βγήκαμε απο τον δρόμο και μπήκαμε στο μονοπάτι. Η πορεία μας ανηφορική, το μονοπάτι με μεγάλη κλίση και τα περάσματά μας να εναλλάσσονται. Στο μεγαλύτερο κομμάτι τους γίνονταν στη σκιά, περνώντας μέσα από τα δένδρα και σε κάποια άλλα σημεία έξω από αυτά.

Στα πιο πάνω ανοίγματα και όταν βρισκόμασταν έξω από το συνεχόμενο φυτικό τούνελ, μπορούσαμε να δούμε το γύρω τοπίο και τον καθαρό ουρανό από πάνω μας. Είδαμε τον κάμπο του Αγ. Νικολάου με τις διάφορες καλλιέργειες να απλώνεται χαμηλά και τα πολλά εργοστάσια της περιοχής που είναι εκτός λειτουργίας.

Σε κάποια άλλα σημεία καταφέραμε, μέσα από τα φυλλώματα των δένδρων, να διακρίνουμε τις αθλητικές εγκαταστάσεις του γηπέδου της περιοχής και το στρατόπεδο ΛΟΚ. Η μέρα έδειχνε πως θα ήταν καταπληκτική. Όσο απομακρυνόμασταν, οι ήχοι των τρεχούμενων νερών δεν ακούγονταν πια και τα τιτιβίσματα των πουλιών δεν μας συντρόφευαν πλέον.

Συνεχίζαμε.

Το μονοπάτι καθαρό και με πολύ καλή σήμανση. Ακολουθούσαμε τα κόκκινα σημάδια. Ήταν, όμως, πολύ απαιτητικό και με πολλές μορφολογικές εναλλαγές. Σε όλη του τη διαδρομή ήταν πολύ ανηφορικό. Δεν συναντήσαμε πουθενά ούτε ένα, τουλάχιστον, επίπεδο κομματάκι για ξεκούραστο πέρασμα.

Το μονοπάτι αυτό, λίγα μόλις λεπτά μετά την είσοδο, «πήγε» να μας ξεγελάσει. Την απαιτητική ανηφορική πορεία διαδέχτηκε κάποια στιγμή μία κατηφόρα με μεγάλη κλίση.

Προχωρώντας κατεβαίναμε όλο και χαμηλότερα, γεγονός που μας έδινε την εντύπωση πως θα φτάναμε στο ίδιο ακριβώς επίπεδο με το σημείο που ξεκινήσαμε. Η κατηφορική πορεία μας δεν κράτησε για πολύ.

Ξαναρχίσαμε να ανηφορίζουμε. Δεν κάναμε παραπάνω από μία ώρα, από την είσοδο στο μονοπάτι, και βγήκαμε σε ένα βραχώδη κομμάτι της διαδρομής. Βρισκόμασταν στα 728 μέτρα υψόμετρο (ένδειξη GPS) με θέα το καταπράσινο δάσος που κάλυπτε ολόκληρη την πλαγιά στα αριστερά μας και κάτω χαμηλά το ρέμα που δεν φαινόταν καθόλου «κρυμμένο» κάτω από τη πυκνή βλάστηση.

Στα δεξιά μας βλέπαμε το δάσος που «σκαρφάλωνε» την πλαγιά και ψηλότερα το γκριζωπό της κορυφής «Ύψωμα Νταβέλη» (υψ. 1.485 μ.) που είναι η επόμενη εκείνης με την τοπωνυμία «Φεγγάρι» ( υψ. 1.335 μ.) που δεν τη βλέπαμε περνώντας μέσα από το πυκνό δάσος.

Το πέρασμα από το σημείο που βρισκόμασταν απαιτούσε πολύ προσπάθεια και μεγάλη προσοχή. Περάσαμε ανάμεσα από βράχους διάφορων διαστάσεων, καθώς και από δεκάδες βράχινους σχηματισμούς. Σε έναν βράχο, κάποιοι, είχαν τοποθετήσει ένα μεταλλικό εικονοστάσι προς τιμή της «Αγ. Κυριακής».

Τον ουρανό άρχισαν να τον καλύπτουν τα σύννεφα. Ο καιρός μπορεί να ήταν μουντός αλλά  κρατούσε ακόμη, δεν έβρεχε. Στην διαδρομή μας συναντούσαμε ξύλινα παγκάκια, απαραίτητα για ολιγόλεπτη ξεκούραση μετά από μια δύσκολη ανηφορική πορεία.

Συνεχίζαμε.

Το μονοπάτι σιωπηλό. Μόνο οι ανάσες μας ακούγονταν και ο γδούπος του άρβυλου στο έδαφος που είχε καιρό να ποτιστεί. Οι εικόνες εναλλάσσονταν η μία μετά την άλλη. Μεικτά δάση, δένδρα να αρχίζουν να «ντύνονται» με τη φορεσιά του φθινοπώρου, πολύχρωμα φύλλα πεσμένα στο μονοπάτι, βράχοι με διάφορους σχηματισμούς να «συναγωνίζονται» μεταξύ τους , γυμνές από βλάστηση πλαγιές, γκριζόχρωμες κορυφές να ξεπροβάλλουν μέσα από το πράσινο κ.α.

Οι ομορφότερες εικόνες, όμως, ήταν εκείνες, όταν αντικρίζαμε μπροστά μας τα σκουρόχρωμα κόκκινα κράνα, τα κατάμαυρα βατόμουρα, και τα κοκκινωπά άγρια τζερνίκια. Ήταν το καλύτερο «αντάμωμα» στην τόσο απαιτητική πορεία μας.

Εκείνη τη στιγμή, η σκέψη μόνο μία και η κίνηση έπρεπε να «συμβαδίζει» για να μη πήγαινε η ευκαιρία χαμένη. «Πέφταμε» πάνω στους καρπούς και τους γευόμασταν. Το δροσερό θρεπτικό συμπλήρωμα που μας προσέφερε τόσο απλόχερα η Φύση ήταν απαραίτητο για τη συνέχεια.

Συνεχίζαμε την ανηφορική πορεία μας μέσα στο δάσος.

Το αντίκρισμα ενός όμορφου σκηνικού ή ενός καταπληκτικού τοπίου «όπλιζε» τις ψηφιακές μας μηχανές και ο γνωστός ήχος «κλικ» στο πάτημα του κουμπιού της λήψης ήταν ασταμάτητος σε όλη τη διάρκεια της πορείας.

Γερμένοι κορμοί, γερασμένα και καταφαγωμένα από το σκουλήκι δένδρα, παράξενοι βράχινοι σχηματισμοί κ.α., ήταν οι επιπλέον λόγοι για να «πάρουν φωτιά» οι φωτογραφικές μας και εμείς σαν τα μοντέλα να «στηνόμαστε» για φωτογράφιση.

Το ανηφορικό μονοπάτι δεν είχε τελειωμό.

Συνεχίζαμε και κάπου-κάπου σταματούσαμε για μια απαραίτητη ολιγόλεπτη ξεκούραση στα ξύλινα παγκάκια που συναντούσαμε. Μετά από μια πορεία 2 ωρών και 10 λεπτών βγήκαμε από το μονοπάτι και μπήκαμε σε ένα δασικό δρόμο.

Τον ακολουθήσαμε με κατεύθυνση προς τα αριστερά και στα 300 περίπου μέτρα συναντήσαμε μια ξύλινη πινακίδα με βέλος και την ένδειξη: «Μουντάκι». Ξαναμπήκαμε σε μονοπάτι που περνούσε και αυτό μέσα από δάσος. Ήταν και αυτό πολύ ανηφορικό αλλά μαλακό στο πέρασμά του.

Περπατούσαμε πάνω στα πεσμένα ξερά φύλλα που κάλυπταν όλη σχεδόν την περιοχή. Δεν κάναμε παραπάνω από 25 λεπτά στο μονοπάτι και ξαναβγήκαμε σε δασικό δρόμο που περνούσε από το ορειβατικό καταφύγιο. Τον ακολουθήσαμε με κατεύθυνση προς τα δεξιά.

Άρχισε να βρέχει και όσο τον ανηφορίζαμε η βροχή δυνάμωνε. Εγώ με τον Θανάση φορέσαμε τα αδιάβροχά μας και συνεχίσαμε. Οι προπορευόμενοι συνέχιζαν αδιάφοροι, χωρίς να συγκινηθούν. Ο δε Τοτός, ο αρχηγός μας, συνέχιζε γυμνός από τη μέση και πάνω, έτσι ακριβώς όπως ήταν «ντυμένος» από το ξεκίνημα κιόλας της πορείας μας.

Φτάσαμε στο καταφύγιο που ήταν κλειστό, δεν λειτουργούσε. Ολιγόλεπτη στάση και συνεχίσαμε. Λίγο πιο πέρα, σε πολύ μικρή απόσταση από το καταφύγιο, υπάρχει μια ξύλινη καλύβα κτισμένη κάτω από πανύψηλες οξυές και όλο το περίβολό του το σκέπαζαν κάποιες άλλες.

Εκεί, δίπλα στο καλυβάκι, κάναμε μεγαλύτερη στάση για να συμπληρώσουμε τα παγούρια μας με νερό που βρήκαμε και να απαλλαγούμε απο τα βρεγμένα μας ρούχα. Η βροχή σταμάτησε και ο ήλιο άρχισε να κάνει την εμφάνισή του.

Στο κορμό μιας οξυάς ήταν καρφωμένη μια ξύλινη πινακίδα με την ένδειξη: «‘‘ΜΟΥΝΤΑΚΗ’’ –ΧΡΗΣΤΟΣ Γ. ΓΑΝΤΗΣ» (όπως ακριβώς έγραφε). Μέσα στην καλύβα υπάρχουν κρεβάτια και μια ξυλόσομπα.

Μετά από κάποια λεπτά ξεκούρασης και αφού βγάλαμε τις απαραίτητες φωτογραφίες, ξεκινήσαμε για το υπόλοιπο κομμάτι της διαδρομής μας μέχρι την κορυφή. Τα κατάμαυρα βατόμουρα ήταν πολύ νόστιμα και τα κοκκινωπά αγριοτζέρνικα ώριμα.

Από την καλύβα δεν κάναμε παραπάνω από 500 μέτρα περπατώντας τον δασικό δρόμο και μπήκαμε στο μονοπάτι ακολουθώντας τα κόκκινα σημάδια. Το τοπίο εδώ τελείως διαφορετικό. Τα δένδρα άρχισαν να αραιώνουν και η χαμηλή βλάστηση να κάνει την εμφάνισή της.

Τα σκόρπια νεαρά έλατα ελάχιστα και το χρώμα που κυριαρχούσε σε όλη τη γύρω περιοχή το κίτρινο και το καφέ των ξηρών χόρτων. Συνεχίζαμε ακολουθώντας τα κόκκινα σημάδια που υπήρχαν πάνω στις πέτρες και τις κρεμασμένες στα κλαδιά των θάμνων κορδέλες που κυμάτιζαν με το παραμικρό αεράκι.

Η εικόνα της γύρω περιοχής, στο κομμάτι της διαδρομής που βρισκόμασταν, ήταν κατά πολύ διαφορετική από  εκείνη που αντικρίζαμε στο πέρασμά μας μέσα στο δάσος. Βλέπαμε ελατοδάση και πιο πέρα τα μεικτά δάση.

Στο βάθος βλέπαμε ένα μεγάλο τμήμα του ορεινού όγκου με τις διάφορες κορυφές του. Μετά από 4 ώρες πορείας, συνολικός χρόνος μαζί με τις απαραίτητες στάσεις, φτάσαμε στην κορυφή «Μουντάκι». Στα 1.707 μέτρα υψόμετρο, το GPS έδειχνε 1.695 μ., υπάρχει ένα λευκό κολονάκι της ΓΥΣ.

Ο σκοπός μας, να φτάσουμε στην κορυφή, πραγματοποιήθηκε. Όλα πήγαν καλά.

Από τη θέση που βρισκόμασταν βλέπαμε, από αριστερά προς τα δεξιά, τις κορυφές: «Σιδεράκι», «Τσανακτσή», τις «Δίδυμές», την μυτερή κορυφούλα με το πέτρινο εκκλησάκι του «Αγ. Πνεύματος» στη βάση της, την κορυφή «Σταυρός» και  όλη την απέναντι κορυφογραμμή που κατηφόριζε μέχρι την «Υπαπαντή του Χριστού» και ακόμη πιο κάτω μέχρι τον «Αγ. Νικόλαο».

Στην κορυφή μείναμε 30 περίπου λεπτά. Σάντουϊτς, μπάρες δημητριακών, ξηροί καρποί, μπισκότα και φρούτα ήταν ό,τι πρέπει εκείνη την ώρα. Αφού ξεκουραστήκαμε, αρχίσαμε να συμμαζεύουμε τα πράγματά μας.

Βγάλαμε μια ομαδική φωτογραφία δίπλα στο λευκό κολονάκι και στη συνέχεια πήραμε το μονοπάτι της επιστροφής. Η διαδρομή μέχρι το καταφύγιο γνώριμη. Το μονοπάτι κατηφορικό.

Φτάνοντας στο καταφύγιο αποφασίσαμε να αλλάξουμε διαδρομή και να κάνουμε μια άλλη. Η απόφασή μας ήταν να ακολουθήσουμε το μονοπάτι που περνά δίπλα ακριβώς από το καταφύγιο και μπαίνει μέσα σε δάσος οξυάς.

Ακολουθούσαμε τα κόκκινα σημάδια που συναντούσαμε στους κορμούς το δένδρων. Το πέρασμά μας ευχάριστο. Περπατούσαμε σε μονοπάτι κατηφορικό και πατώντας πάνω στα πεσμένα φύλλα.

Το μεγαλύτερο κομμάτι της διαδρομής ήταν όλο έτσι. Ήμασταν συνέχεια μέσα σε δάσος. Είχε όμως ένα μειονέκτημα, δεν μπορούσαμε να δούμε καθόλου το γύρω τοπίο. Όταν φτάσαμε στο ρέμα, που το είχαμε στα αριστερά μας, το μονοπάτι άρχισε να «αγριεύει».

Τα περάσματα από πετρώδη τμήματα γίνονταν όλο και περισσότερα. Παντού σημάδια υπερβολικής υγρασίας στην περιοχή. Οι πέτρες καλυμμένες εξ ολοκλήρου με βρύα, λες και «φορούσαν» όλες την πράσινη φορεσιά τους.

Το ίδιο και οι κορμοί των θάμνων. Συναντούσαμε θάμνους που στα κλαδιά τους είχαν κρεμασμένα βρύα, να μας θυμίζουν στο αντίκρισμά τους την εικόνα, από το παραμύθι, με την καθισμένη στη σκούπα της  αναμαλλιασμένη μάγισσα και τα μαλλιά της να κρέμονται απεριποίητα.

Στα σημεία εκείνα ήθελε πολύ προσοχή και καθόλου χαλάρωση. Παντού υγρασία, οι πέτρες υγρές και γλιστρούσαν πολύ. Χρειάστηκαν 2 ώρες πορείας, από το καταφύγιο, για να περάσουμε όλο το παραπάνω κομμάτι. Για να φτάσουμε στα αυτοκίνητά μας, κάναμε 2 ώρες και 45 λεπτά, από την κορυφή.

Επιτέλους, μετά από 7 ώρες και 15 λεπτά στο βουνό, βρισκόμασταν πλέον στο πολιτισμό. Παντού παιδικές φωνές.  Άλλα να τρέχουν χαρούμενα απολαμβάνοντας τις ομορφιές της Φύσης και κάποια άλλα να μας κοιτούν με θαυμασμό στο πέρασμά μας.

Αυτοκίνητα στο σημείο πολλά και οι επισκέπτες δεκάδες.

Αρχίσαμε σιγά-σιγά να ετοιμαζόμαστε για την επιστροφή μας στη Βέροια. Στο σημείο αυτό άλλη μία κυριακάτικη ορειβατική εξόρμησή μας έφτανε στο τέλος της.

Εδώ, έκλεινε άλλη μία δραστηριότητά μας που, αυτή τη φορά, πραγματοποιήθηκε στον ορεινό όγκο του Βερμίου με αμέτρητες φθινοπωρινές εικόνες να «φωλιάζουν» σε μια γωνιά του μυαλού μας και τις 400 περίπου φωτογραφίες που «αποθηκεύτηκαν» στις μνήμες των ψηφιακών μας φωτογραφικών μηχανών και θα μας συντροφεύουν από δώ και πέρα σε κάθε επιθυμία μας για κάποιο ταξιδάκι στο παρελθόν.

Απολογισμός :

Διαδρομή :  «Αγ. Νικόλαος Νάουσας» (υψ. 510 μ.)–ανηφορικό και πολύ απαιτητικό

μονοπάτι με κόκκινη σήμανση-καταφύγιο-κορυφή «Μουντάκι» (υψ.

1.707 μ.)-επιστροφή από  άλλο μονοπάτι.

Ομάδα:  4 ατόμων (άνδρες)

Υψομετρική  διαφορά:  1.350 μ. ( με τα ανεβοκατεβάσματα ).

Απόσταση:  19 χλμ.

Διάρκεια:     7 ώρες και 15 λεπτά ( συνολικός χρόνος)

Συντάκτης

Αλέξανδρος Γραμματικόπουλος
Αλέξανδρος Γραμματικόπουλος 59 posts

Γεωπόνος - Ορειβάτης - Φυσιολάτρης

0 Comments

Δεν υπάρχουν σχόλια!

You can be first to comment this post!

Ειδήσεις με Διάρκεια