12 ώρες στο όρος Τύμφη (Γκαμήλα), εκεί που η φύση αποτύπωσε τη φαντασία της πάνω σε μια πετρώδη και βραχώδη περιοχή

« Η περιπέτεια είναι η ζωή μας. Μπορεί, επίσης, να γίνει και η δική σας.

Πρέπει να κάνουμε κάποια πράγματα στη ζωή μας που θα μας μείνουν

αξέχαστα.»

                                          Περιγραφή Αλέξανδρος Γραμματικόπουλος

                    Φωτογραφίες Αλέξανδρος Γραμματικόπουλος, Αθανάσιος Συργιάννης

  Η Ζαγορίτικη γη ήταν αυτή που μας «φιλοξένησε» αυτή τη φορά για μια διαφορετική κυριακάτικη ορειβατική εξόρμηση. Οι περιοχές «πίσω από το βουνό» είχαν επιλεγεί για την προγραμματισμένη εδώ και μέρες δραστηριότητά μας. [Το Ζαγόρι ονομαζόταν πρώτα Παρωραία. Όταν ήρθαν οι Σλάβοι την μετονόμασαν Zagori, μια λέξη σύνθετη, αφού «za» = «πίσω» και «gori» = «βουνό». Έτσι, η λέξη Ζαγόρι σημαίνει «πίσω από το βουνό».]

Επιλέξαμε το Κεντρικό Ζαγόρι για να κάνουμε κάτι το διαφορετικό, να δοκιμάσουμε κάτι το καινούργιο. Σκεφτήκαμε να «παντρέψουμε» το γνωστό με το άγνωστο και η περιοχή που επιλέξαμε ήταν η πιο κατάλληλη για ένα τέτοιο εγχείρημα.

Ξεκινήσαμε λοιπόν, την Κυριακή 06-08-2017, μέλη της ορειβατικής ομάδας Βέροιας «Τοτός» για το ραντεβού μας με τη Φύση και για τις μαγευτικές εκείνες περιοχές που η φύση επέλεξε για να αποτυπώσει όλο το μεγαλείο της φαντασίας της.

Φύγαμε από τη Βέροια τα ξημερώματα. Η πόλη ακόμη κοιμόταν. Η οδική μας διαδρομή: Βέροια - Εγνατία Οδός με κατεύθυνση προς τα Ιωάννινα. Αφού περάσαμε τα δύο ( 2 ) διόδια και μέσα από τα πολυάριθμα τούνελ, που κάποια από αυτά είχαν μήκος μερικών εκατοντάδων μέτρων και κάποια άλλα που έφταναν μέχρι και τα 5 χλμ, φτάσαμε στον κόμβο με την πινακίδα να γράφει: «Ζαγόρι». Στρίψαμε δεξιά και βγήκαμε από την Εγνατία. Μπήκαμε στον επαρχιακό ασφαλτόδρομο με κατεύθυνση προς Αμφιθέα – Πέραμα.

Ήταν ένας δρόμος που αρχικά περνούσε από το χωριό Μπαλτούμα και δεν είχε στο μεγαλύτερο κομμάτι της διαδρομής του κανένα αξιοθέατο να μας συγκινήσει ή κάποιο αξιοθαύμαστο τοπίο να μας τραβήξει την προσοχή. Εκείνο όμως που έκανε τη διαφορά ήταν, ο χρωματισμός του πρωϊνού ουρανού πάνω από τις βουνοκορυφές, που διακρίναμε πέρα στον ορίζοντα, με τα υπέροχα κοκκινοπορτοκαλί χρώματα του ανατέλλοντα Ήλιου.

Ένα πανέμορφο θέαμα

Από ένα σημείο και μετά, όσο πλησιάζοντας προς την Αμφιθέα, η εικόνα άρχισε να αλλάζει. Όσο κοντεύαμε στο χωριό βλέπαμε στα αριστερά μας και στο βάθος να απλώνεται σε υπερυψωμένο σημείο η γραφική πόλη των θρύλων και της παράδοσης, η πρωτεύουσα του Νομού Ιωαννίνων, με τα φώτα να φωτίζουν ακόμη εκείνη την ώρα τους δρόμους της.

Χαμηλά βλέπαμε την πανέμορφη λίμνη της, τη Λίμνη Παμβώτιδας, στα νερά της οποίας ζωντανεύουν οι θρύλοι του Αλή πασά και της Κυρά Φροσύνης.

Σε κάποιο σημείο διακρίναμε να ξεπροβάλλει μέσα από τα ήρεμα νερά της λίμνης ένα σκουρόχρωμο μεγάλο κομμάτι γής. Ήταν το Νησί της Παμβώτιδος ( ή αλλιώς, το γνωστό σε όλους μας Νησί της Κυρά Φροσύνης), εκεί που ιδρύθηκαν τα πρώτα μοναστήρια.

Τα  μάτια  μπορεί  να  ξεχνάνε, η  αποτυπωμένη  όμως  εικόνα … ποτέ !!

Κάναμε μια ολιγόλεπτη στάση για τις απαραίτητες φωτογραφίες. Απολαύσουμε την πανέμορφη εικόνα από ψηλά και μετά συνεχίσαμε το οδικό ταξίδι μας. Περάσαμε μέσα από το χωριό Αμφιθέα και στη συνέχεια έξω από το Πέραμα. Τα Ιωάννινα και η Λίμνη της δεν φαίνονταν πια. Εμείς συνεχίζαμε πάνω στον επαρχιακό ασφαλτόδρομο με κατεύθυνση Κρανούλα-Κόνιτσα.

Περάσαμε από τα χωριά Κρύα, Λυκοτρίχι, Κρανούλα, Αγ. Μαρίνα και μπήκαμε στον περιφερειακό Ιωαννίνων – Κόνιτσας. Ο πρωϊνός Ήλιος έκανε την εμφάνισή του. Όλη η φύση γύρω μας τον «καλημέριζε» με την πολυχρωμία της. Φτάσαμε στο χωριό Μεταμόρφωση, ο περισσότερος κόσμος το ξέρει με το παλιό του όνομα Καρυές.

Περνώντας την χαρακτηριστική μεταλλική αψίδα, που βρίσκεται ακριβώς στην είσοδο του χωριού, στρίψαμε δεξιά ακολουθώντας την υπόδειξη της πινακίδας «προς το Κεντρικό Ζαγόρι». Ο ασφαλτόδρομος από δω και πέρα ήταν ανηφορικός με πολλές στροφές και χωρίς κανένα μεγάλο ενδιαφέρον. Από τα δεξιά μας οι καλυμμένες με θάμνους πλαγιές και από τα αριστερά μας ο επίπεδος κάμπος της περιοχής με τις διάφορες ετήσιες καλλιέργειες.

Κάποια στιγμή, μπροστά μας, έκανε την εμφάνισή του ένα μεγάλο μεταλλικό άγαλμα με τη μορφή μιας γυναίκας φορτωμένης με ένα κουτί στη πλάτη της. Φτάνοντας στο σημείο, η πινακίδα «Μνημείο Ζαγορίσιας Γυναίκας» μαρτυρούσε το σκοπό της ύπαρξής του. Ήταν αφιερωμένο στη μνήμη των γυναικών του Ζαγορίου που με αυταπάρνηση συνέβαλλαν τα μέγιστα το Φθινόπωρο του 1940. Το άγαλμα αυτό ύψους 6 μέτρων είναι έργο του Θεσσαλού γλύπτη Γεωργίου Καλακάλλα και τοποθετήθηκε στο σημείο το 1993.

Βρισκόμασταν πάνω στη στροφή και στην είσοδο του κάμπου Ασπραγγέλων. Από το σημείο αυτό ακολουθούσαμε πιστά τις υποδείξεις των πινακίδων που ήταν δεκάδες. Ο πρωϊνός ήλιος μας τύφλωνε με τη λάμψη του όταν τον είχαμε απέναντί μας.

Ο ασφαλτόδρομος με πολλές στροφές και ανηφοροκατηφόρες. Μπαίναμε πλέον στη Ζαγορίσια γη του Κεντρικού Ζαγορίου που μας έκανε να νιώθουμε πως βρισκόμασταν κάπου αλλού, σε ένα κομμάτι του πλανήτη που δεν ανακάλυψε ακόμη η βάρβαρη πλευρά του τεχνικού πολιτισμού.

Άρχισαν να κάνουν, κάπου-κάπου, την εμφάνισή τους οι σκόρπιοι βράχινοι πύργοι με τους παράξενους σχηματισμούς τους, λές και κάποιο ανθρώπινο χέρι τα έχτισε τοποθετώντας με προσοχή και με μεγάλη ακρίβεια τη μία πλάκα πάνω στην άλλη. Προσπεράσαμε τη διασταύρωση που οδηγούσε στο Δίλοφο, ένα από τα 46 χωριά του Ζαγορίου.

Δεν χρειαστήκαμε παραπάνω από 3 χλμ μετά τη πιο πάνω διασταύρωση για να φτάσουμε στη τσιμεντένια γέφυρα που κτίστηκε δίπλα στο παλιό περίτεχνο μονότοξο πέτρινο γεφύρι που ενώνει μεταξύ τους τις δύο απότομες βραχώδης πλαγιές, που επωμίζονται τη στήριξή του, στη βάση των οποίων περνούν τα νερά του Βίκου μετά από βροχοπτώσεις.

Η πινακίδα έγραφε : «Γεφύρι του Κοκκόρου»

Ορθώθηκε με έξοδα κάποιων πλούσιων κατοίκων της περιοχής και στέκεται στο σημείο εκείνο πάνω από 250 χρόνια αντέχοντας στις αντίξοες συνθήκες του φθοροποιού χρόνου προκαλώντας τον θαυμασμό στους επισκέπτες. Η ιδιομορφία της κατασκευής του: επειδή δεν υπήρχε χώρος για τη πρόσβαση στο γεφύρι, οι δύο είσοδοί της με τα καλντερίμια κατασκευάστηκαν παράλληλα με τη κοίτη του ποταμού.

Δίπλα στο γεφύρι υπήρχε ένας νερόμυλος  με ιδιοκτήτη τον Γρηγόρη Κόκκορο ο οποίος για πολλά χρόνια τη συντηρούσε όσο βρισκόταν στη περιοχή.

Φωτογραφίες και συνεχίσαμε.

Περάσαμε από περιοχές που υπήρχαν και άλλα πέτρινα γεφύρια τα οποία για να τα επισκεφτεί κάποιος έπρεπε να βγεί από τη πορεία του. Προσπεράσαμε τις διασταυρώσεις που οδηγούσαν και σε άλλα Ζαγοροχώρια, όπως:  προς Κήπους, την άλλη προς Κουκούλι και φτάσαμε στο Καπέσοβο. Ένα πανέμορφο χωριό με πολλά πέτρινα αρχοντόσπιτα, τη στέρνα και το μικρό κυκλικό πλάτωμα στην είσοδό του, εκεί που αφήνουν όλοι τα αυτοκίνητά τους.

Η πρόσβαση στο εσωτερικό του χωριού γίνεται μόνο με τα πόδια περνώντας μέσα από τα πλακοστρωμένα καλντερίμια.  Όλα με τη σφραγίδα της αμίμητης αρχιτεκτονικής των μαστόρων και των κτιστάδων της περιοχής. Συνεχίζοντας προσπεράσαμε τη διασταύρωση προς Βραδέτο με τη γνωστή «Σκάλα Βραδέτου» που αξίζει τον κόπο να την επισκεφτεί κανείς και να την περπατήσει. Δεν είναι δύσκολο το πέρασμά του.

Εδώ ο επισκέπτης θα γεμίσει από εικόνες, θα θαυμάσει την τεχνική της κατασκευής της και πάνω απ’ όλα θα μείνει έκπληκτος αντικρίζοντας γύρω του όλες εκείνες τις δημιουργίες της φύσης, τα θαύματά της.  Δεν κάναμε παραπάνω από 6 χλμ., από τη διασταύρωση Βραδέτου, και φτάσαμε στο Τσεπέλοβο.

Πριν μπούμε στο χωριό σταματήσαμε σε μια πετρόχτιστη βρύση με τρεχούμενο δροσερό νερό. Ήπιαμε, δροσιστήκαμε και γεμίσαμε τα παγούρια μας.

Λίγα μέτρα πιο πάνω, το μεγαλύτερο και το πιο ζωντανό  Ζαγοροχώρι της περιοχής με τους 250 περίπου μόνιμους κατοίκους του, μας καλωσόρισε «φωλιασμένο» στους κατάφυτους πρόποδες του όρους Τύμφη.

Φτάνοντας στην πλατεία βρισκόμασταν στα 1.150 μέτρα υψόμετρο. Έξω δεν κυκλοφορούσε ψυχή. Μόνο κάποια αυτοκίνητα και τουριστικά λεωφορεία μαρτυρούσαν την ύπαρξη επισκεπτών. Παντού αντικρίζαμε την παραδοσιακή πετρόχτιστη αρχιτεκτονική στα σπίτια, στα δρομάκια, στην εκκλησία.

Φτάνοντας στο Πολιτιστικό Κέντρο «Εστία» στρίψαμε δεξιά με κατεύθυνση προς το ξενοδοχείο «Πανόραμα». Μέχρι εδώ κάναμε 3 ώρες από Βέροια και διανύσαμε μια απόσταση 240 χλμ Πριν το ξενοδοχείο στρίψαμε δεξιά, αφήνοντας τον ασφαλτόδρομο, και μπήκαμε σε χωματόδρομο που σε κάποια σημεία του μας δυσκόλεψε λιγάκι.

Δεν κάναμε παραπάνω από 10 χλμ από το Τσεπέλοβο και φτάσαμε στη «Στάνη», στο σημείο δηλ. που θα αφήναμε το αυτοκίνητό μας. Επιλέξαμε το παχύ ίσκιο μιας μεγάλης καρυδιάς, του τελευταίου δένδρου στη θέση εκείνη. Από κεί και πέρα επικρατούσε το γυμνό. Έβλεπες μπροστά σου μόνο ένα τοπίο χωρίς κανένα θάμνο η κάποιο φυτό μεγάλης βλάστησης.

Ασφαλίσαμε το αυτοκίνητό και αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε για την προγραμματισμένη μας ορειβατική εξόρμηση. Υπακούσαμε στη συμβουλή του αρχηγού μας, του Τοτού, να απαλλάξουμε τα σακίδιά μας από περιττά πράγματα και να τα «φορτώσουμε» με όσο το δυνατόν περισσότερα μπουκάλια με νερό. Αυτό κάναμε. Πήραμε ο καθένας μας από 4 λίτρα νερού για σιγουριά.

Ο καιρός καλός, η θερμοκρασία στους 19ο C. Πασαλείψαμε το πρόσωπό μας με αντιηλιακή και «ντύσαμε» τα γυμνά τμήματα του σώματός μας με το προστατευτικό λάδι.

Ο Θανάσης ενεργοποίησε το GPS για να καταγράψει πρώτον, την διαδρομή μας και δεύτερον, για να είναι έτοιμο να το συμβουλευτεί  εκεί που θα το χρειαζόμασταν πραγματοποιώντας μια διαφορετική και πρωτόγνωρη για μας διαδρομή.

Αφού ετοιμαστήκαμε, ξεκινήσαμε για το ραντεβού μας με τη μαγεία της φύσης. Ξεκινήσαμε, από τα 1.330 μ. υψόμετρο, για κάτι καινούργιο, για μια νέα εμπειρία. Αφού περπατήσαμε 15 λεπτά εκτός δρόμου και περάσαμε από το κομμάτι που δεν υπήρχε κανένα μονοπάτι φτάσαμε στην είσοδο του κανονικού μονοπατιού.

Η σήμανση πολύ καλή, τα σημάδια φρεσκοβαμμένα για τις ανάγκες του αγωνίσματος ορεινού τρεξίματος 80 χλμ. που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στην περιοχή. Τα ακολουθήσαμε. Το κόκκινο χρώμα μέσα σε λευκό πλαίσιο πάνω στους βράχους και τις πέτρες μας πληροφορούσε πως βαδίζαμε πάνω στο κανονικό μονοπάτι.

Παντού γύμνια. Δεν υπήρχε πουθενά ούτε ένας θάμνος, ούτε ένα δένδρο. Παντού βράχια, ογκόλιθοι διάφορων μεγεθών και η χαμηλή ποώδης βλάστηση. Ένα τοπίο Αλπικής ζώνης. Από τα αριστερά μας οι κάθετες πλαγιές των βράχινων όγκων που σε κάποιο σημείο τους είχαν μια εσοχή. Από μακριά φαινόταν σαν είσοδος μιας μεγάλη σπηλιάς.

Λίγο πιο πέρα ο αποκομμένος επιβλητικός βράχινος όγκος που είχε το σχήμα ενός σαμαριού. Ήταν το «Σαμάρι» με το ψηλότερο σημείο του να φτάνει τα 2.297 μέτρα σε ύψος. Στα δεξιά μας πολυάριθμοι λοφίσκοι της «Γομαρόραχης». Και στο βάθος μπροστά βλέπαμε να ξεπροβάλλουν οι δεκάδες κορυφές του ορεινού όγκου της Τύμφης.

Προχωρούσαμε βαδίζοντας πάνω στο μονοπάτι όλο πέτρα. Ελάχιστα ήταν τα σημεία με τη χαμηλή ποώδη βλάστηση που άρχιζε να κιτρινίζει. Σε κάποιο σημείο της διαδρομής και μετά από μία ώρα πορείας, συναντήσαμε μια λεκάνη συλλογής βρόχινου νερού που ανθρώπινο χέρι την έχτισε με πέτρα.

Είχε νερό για το πότισμα των αγελάδων και των αλόγων ελεύθερης βοσκής που συναντούσαμε κατά διαστήματα στη διάρκεια της πορείας μας. Προσπερνώντας την, παρατηρήσαμε πως κάτι διατάρασσε την ήρεμη επιφάνεια του νερού της. Αυτό τράβηξε την προσοχή μας και μας έκανε να πλησιάσουμε ακόμη πιο κοντά. Ήταν τα αμφίβια δρακάκια, που είχαν, όσο τα παρατηρούσες προσεκτικά, τη μορφή ενός μικροσκοπικού κροκόδειλου. Τα φωτογραφίσαμε και συνεχίσαμε τη πορεία μας.

Ο Ήλιος από πάνω άρχισε να μας καίει Το νερό που κουβαλούσαμε στα σακίδιά μας άρχισε σιγά-σιγά να λιγοστεύει. Παντού επικρατούσε απόλυτη ησυχία.   Ο ήχος της αναπνοής μας και ο γδούπος του άρβυλου στο πέρασμά μας από τις πέτρες χάλαγαν κάπου-κάπου αυτή την ησυχία.

Μπήκαμε στο «Λάκκο Μεγάλων Λιθαριών». Εικόνες διαφορετικές. Εικόνες άγριας ομορφιάς. Έβλεπες γύρω σου απερίγραπτους σχηματισμούς πάνω στους βράχους που μόνο η φαντασία της φύσης μπορούσε να τους δημιουργήσει.

Παντού επικρατούσε μόνο το γκριζωπό χρώμα των βράχων. Βράχια-βράχια, ογκόλιθοι, πέτρες διάφορων διαστάσεων, πετραδάκια, σάρες, όλα μαζί συνέθεταν ένα σκηνικό που σε έκανε να νιώθεις πως βρίσκεσαι σε ένα σεληνιακό τοπίο, σε μια γωνιά της Ελλαδικής γής που όμοιά της δεν θα βρείς πουθενά.

Περνούσαμε από τη βάση του βράχινου όγκου που ορθώνονταν στα αριστερά μας. Το «Σαμάρι» που σου προκαλούσε δέος όταν το κοιτούσες. Στα δεξιά μας αρχίσαμε να βλέπουμε την απόκρημνη κάθετη σχεδόν πλαγιά μιας άλλης κορυφής, της «Γκούρα» (ή Τσούκα), που το ψηλότερο σημείο της βρίσκεται στα 2.467 μέτρα.

Μετά από μια τρίωρη ανηφορική πορεία φτάσαμε στο ψηλότερο σημείο της διαδρομής μέχρι εκείνη τη στιγμή. Εδώ μας περίμεναν δύο εκπλήξεις. Η διαφορετική εικόνα που αντικρίζαμε από ψηλά ήταν η πρώτη. Και η δεύτερη… βρήκαμε νερό στα 2.000 και πλέον μέτρα υψόμετρο ;!!

Ήταν η μεγαλύτερη έκπληξη για μας, γιατί σε ολόκληρη την διαδρομή δεν συναντήσαμε πουθενά τρεχούμενο πόσιμο νερό και ούτε περιμέναμε να συναντήσουμε στην υπόλοιπη, αυτή της επιστροφής.

Υπήρχαν 50 και πλέον μικρά πλαστικά μπουκαλάκια γεμάτα με νερό, αφημένα εκεί σε σκιερό μέρος, που δεν είχαν χρησιμοποιηθεί από τους αθλητές που συμμετείχαν στο αγώνισμα του ορεινού τρεξίματος που πραγματοποιήθηκε στην περιοχή. Ήταν το καλύτερο δώρο για μας στο πουθενά. Το νερό που κουβαλούσαμε λιγόστεψε και δεν μπορέσαμε να το αναπληρώσουμε πουθενά.

Να, η ευκαιρία. Το «Ζαγόρι» έκανε το θαύμα του. Αφού βρήκαμε νερό, αποφασίσαμε να κάνουμε μια ολιγόλεπτη στάση.  Έτσι μπορέσαμε να χορτάσουμε τη δίψα μας, να πάρουμε μια ανάσα και να απολαύσουμε την καταπληκτικά θέα από ψηλά. Βλέπαμε μπροστά μας και στα δεξιά, τη μυτερή κορυφή «Τσούκα Ρόσα» ( υψ. 2.376 μ.) και δύο άγνωστους σε μας ορειβάτες να επιχειρούν να την ανέβουν.

Επιφωνήματα χαιρετισμών μεταξύ μας και ανταλλαγή ευχών για καλή συνέχεια. Ταξιδεύοντας το βλέμμα μας ακόμη πιο πέρα, στη συνέχεια της «Τσούκα Ρόσα», διακρίναμε τις κορυφές του «Σμόλικα» Μπροστά μας και κοιτώντας πέρα στον ορίζοντα βλέπαμε την καταπράσινη «Τραπεζίτσα».

Οδηγώντας το βλέμμα μας κάτω χαμηλά, βλέπαμε την απότομη πλαγιά που θα κατεβούμε  στη συνέχεια, μέχρι να φτάσουμε στους σκορπισμένους σε όλο το πλάτωμα λίθινους όγκους  ανάμεσα από τους οποίους θα πρέπει να περάσουμε.

Στα αριστερά μας τα «Μεγάλα Λιθάρια» ( υψ. 2.467 μ.) και λίγο πιο πέρα διακρίναμε να ξεπροβάλλει η επιβλητική μυτερή κορυφή «Γκαμήλα» ( η ψηλότερη της Τύμφης, υψ. 2.497 μ.) με την σχεδόν κάθετη πλαγιά της. Πίσω μας, από αριστερά προς τα δεξιά: η «Γκούρα», η πλαγιά που πριν λίγη ώρα ανεβήκαμε, ένα τμήμα από τον «Λάκκο Μεγάλων Λιθαριών» και το «Σαμάρι» .

Εικόνες αμέτρητες που δεν μπορείς να βρείς λέξεις να τις περιγράψεις.

Αφού ξεδιψάσαμε και μετά την «αποθήκευση» όσων εικόνων μπορέσαμε στις μνήμες των ψηφιακών μας μηχανών, πήραμε ο καθένας μας από ένα μπουκαλάκι γεμάτο με Ζαγορίσιο νερό και συνεχίσαμε την προγραμματισμένη  πορεία μας. Μπήκαμε στο απότομο κατηφορικό μονοπάτι που περνούσε μέσα από τη σάρα.

Το πέραμα από το κομμάτι εκείνο ήθελε πολύ προσοχή, γιατί το έδαφος ήταν σαθρό και το όποιο γλίστρημα θα μπορούσε να επιφέρει κάποιο ανεπιθύμητο τραυματισμό. Δεν χρειαστήκαμε παραπάνω από 15 λεπτά για να κατεβούμε το κομμάτι εκείνο και να φτάσουμε στο πλάτωμα με τους σκορπισμένους παντού ογκόλιθους.

Τους προσπεράσαμε και κατηφορίζοντας για τα «Λημέρια Κλεφτών» αρχίσαμε να ψάχνουμε για το κίτρινο αρωματικό τσάϊ βουνού. Ήμασταν τυχεροί. Βρήκαμε κάποια φυτά που ακόμη μπορούσαν να μαζευτούν. Αρχίσαμε να μαζεύουμε το τσάϊ με προσοχή προσπαθώντας να μη καταστρέψουμε το φυτό.

Η ώρα όμως περνούσε και το άγνωστο της υπόλοιπης διαδρομής μας ανάγκασαν να εγκαταλείψουμε το μάζεμα και να ετοιμαστούμε για τη συνέχεια. Φορτώσαμε τα σακίδιά μας με όσο τσάϊ μπορέσαμε να μαζέψουμε και ξεκινήσαμε τη πορεία μας. Λίγο πρίν τη «Στάνη Κατσάνου» κάναμε αριστερά παίρνοντας το πολύ ανηφορικό μονοπάτι «Ο3».

Σήμανση υπήρχε, αλλά το μονοπάτι δεν είχε περπατηθεί από άλλους. Το πέρασμα πολύ δύσκολο. Το χόρτο έφτανε μέχρι το γόνατο. Περνούσαμε κάτω από τα ρόμπολα που «συναγωνίζονταν» μεταξύ τους «δείχνοντας» τις αναρριχητικές τους ικανότητες   σκαρφαλωμένα στις απότομες σχεδόν κάθετες πλαγιές.

Την ησυχία της περιοχής διατάραξε το πέρασμα ενός φοβισμένου αγριοκάτσικου που τρομαγμένο από τη παρουσία μας προσπαθούσε να απομακρυνθεί σκαρφαλώνοντας την απότομη βράχινη πλαγιά. Σταθήκαμε λίγο να δούμε την προσπάθειά του.

Συνεχίσαμε την ανηφορική μας πορεία μέχρι να συναντήσουμε ένα άλλο πλάτωμα με σκόρπιους ογκόλιθους και γεμάτο πέτρα. Παντού πέτρα-πέτρα-πέτρα και το γκρίζο χρώμα να κυριαρχεί γύρω μας.

Πλησιάζαμε στο «Πέραμα Καρτερού», στο πιο δύσκολο κομμάτι της προγραμματισμένης διαδρομής μας. Μπροστά μας ορθώνονταν ένας βράχινος τοίχος που έφτανε, σχεδόν, μέχρι τον ουρανό. Βλέπαμε τις απότομες, σχεδόν κάθετες, πλαγιές του ορεινού αυτού όγκου που σε 2 -3 σημεία του είχε κάποια περάσματα.

Είχε κάποια ανοίγματα μεταξύ των βράχων που ήταν όλο σάρα, συγκεντρωμένες πέτρες μετά από τις πολλές κατολισθήσεις στο σημείο. Ένα απο τα περάσματα αυτά ήταν και εκείνο του «Καρτερού» που προέβλεπε το πρόγραμμά μας να περάσουμε.

Ολιγόλεπτη στάση, φωτογραφίες, μια βαθιά ανάσα και ξεκίνημα για το ακόμη πιο δύσκολο κομμάτι της διαδρομής. Πορεία με αργά βήματα. Το κάθε βήμα μας γινόταν με μεγάλη προσοχή. Το έδαφος δεν ήταν σταθερό, το σαθρό μπορούσε να μας προκαλέσει κάποιον ανεπιθύμητο τραυματισμό.

Οι ανάσες μας βαριές και τα βήματά μας ακόμη βαρύτερα. Είχαμε κάνει ήδη 6 ώρες και 40 λεπτά πορείας, από την αρχή της, μέχρι να φτάσουμε στη βάση του «Περάσματος Καρτερού». Αυτό που ακούγονταν εκείνη τη στιγμή ήταν ο γδούπος του άρβυλου και ο ήχος που κάνανε οι σαθρές πέτρες που κυλούσαν προς τα κάτω μετά από κάθε βήμα μας.

Ένας παράξενος ήχος μας έκανε να σταματήσουμε την πορεία μας για κάποια λεπτά και να κοιτάξουμε γύρω μας για να μπορέσουμε να καταλάβουμε από που προέρχονταν και τι ήταν. Κάπου ψηλά μπροστά μας, είδαμε 12 αγριοκάτσικα, μάνες με τα μικρά τους, να διασχίζουν κάθετα το «Πέρασμα» τρέχοντας τρομαγμένα από την ξαφνική παρουσία μας.

Στη συνέχεια είδαμε άλλα τρία που στο πέρασμά τους προκάλεσαν την κατολίσθηση. Ακούγαμε τον ήχο της κυλιόμενης πέτρας την οποία βλέπαμε να κυλάει με φόρα προς τα κάτω πολλά μέτρα μπροστά μας. Ευτυχώς.

Αποφασίσαμε, τότε, να προχωρήσουμε με πολύ προσοχή και κρατώντας μια 20/μετρη απόσταση ασφαλείας ο ένας από τον άλλον.

Κάτι που κάναμε.

Το πέρασμα του «Καρτερού» ήταν κοπιώδεις. Μας δυσκόλευε η σάρα, δύο βήματα μπρός-ένα πίσω από γλίστρημα. Ήταν και η κούραση της 7/ωρης πορεία μας μέχρι το σημείο εκείνο. Κάναμε μία σχεδόν ώρα, από τη βάση, για να βγούμε από το «Πέρασμα Καρτερού».

Στα 2.476 μ. υψόμετρο, στην έξοδο του «Περάσματος», καθίσαμε να ξεκουραστούμε. Πολύ νερό, κολατσιό, οι απαραίτητοι ηλεκτρολύτες. Φωτογραφίες, χάζεμα της θέας από ψηλά. Όλα από το σημείο αυτό διαφορετικά. Λόφοι, λοφίσκοι, κορυφές, κορυφούλες, βράχινοι όγκοι, χαράδρες. Που να πρωτοκοιτάξεις, τι να πρωτοθαυμάσεις ;

Η Τύμφη με τις αμέτρητες κορυφές και με τα άγριας ομορφιάς τοπία του. Βλέπαμε μπροστά μας τις κορυφές : «Γκαμήλα ΙΙ» (υψ. 2.480 μ.), «Γκαμήλα» ( υψ. 2.497 μ.), «Αστράκα» ( υψ. 2.436 μ.), «Σαμάρι» (υψ. 2.297μ.).

Στο βάθος χαμηλά διακρίναμε ένα τμήμα της πλαγιάς που κατέληγε στο «Μέγα Λάκκο». Η ώρα περνούσε, τα ρολόγια μας δείχνανε 16.00’, έπρεπε να πάρουμε το μονοπάτι της επιστροφής.

Μια ολιγόλεπτη σύσκεψη. Αποφασίσαμε, τελικά, να μην ακολουθήσουμε το μονοπάτι «Ο3», αλλά να κάνουμε μια δική μας διαδρομή κατηφορίζοντας προς τα κάτω. Πήραμε αυτή την απόφαση με σκοπός να κερδίσουμε χρόνο και ελπίζοντας να συναντήσουμε σε κάποιο σημείο το χαραγμένο μονοπάτι.

Προχωρήσαμε προς το άγνωστο με «βάρκα την ελπίδα». Η διαδρομή μας κατηφορική. Είχε, όμως, κάποια δυσκολία σε πολλά σημεία της. Συνεχίζαμε την πορεία μας στην περιοχή με τη τοπωνυμία «Λεπούσι».

Ο Θανάσης συμβουλευόταν κατά διαστήματα τις ενδείξεις του GPS και εμείς οι υπόλοιποι αξιοποιούσαμε την παρατηρητικότητά μας. Έχοντας στα αριστερά μας το «Σαμάρι», που το βλέπαμε από την άλλη αυτή τη φορά πλευρά του, το «ορίσαμε» σαν οδηγό μας.

Περπατούσαμε παράλληλα με τον χαρακτηριστικό αυτό ορεινό όγκο. Περάσαμε από πολλά ανεβοκατεβάσματα, από πολλούς λιθαρότοπους και ανάμεσα από ογκόλιθους. Νερό δεν συναντήσαμε πουθενά. Πόσο τυχεροί ήμασταν που βρήκαμε στα 2.000 μέτρα υψόμετρο εκείνα τα μπουκαλάκια με νερό και μπορέσαμε να τα αξιοποιήσουμε.

Μονοπάτι δεν συναντήσαμε πουθενά. Χαράξαμε, όμως, ένα δικό μας. Περιπλανηθήκαμε λιγάκι, αλλάζαμε κάπου-κάπου πορεία ψάχνοντας για κάτι καλύτερο.

Ευτυχώς, όλα πήγαν καλά.

Το GPS και η παρατηρητικότητά μας συνέβαλλαν στο να φτάσουμε στο αυτοκίνητο με ασφάλεια και χωρίς κανένα τραυματισμό ή κάποιο πρόβλημα.

Με το φώς ακόμη των τελευταίων ωρών της μέρας, τα ρολόγια μας δείχνανε 20.30΄, φτάσαμε στη στάνη, από εκεί που ξεκινήσαμε. Με ανακούφιση του κατορθώματος και ξεφυσώντας βλέποντας το «Σαμάρι» να καλύπτεται αργά-αργά με το σκοτεινό πέπλο, αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε για την αναχώρηση.

Η ανακούφισή μας ήταν μεγάλη, γιατί καταφέραμε να «παντρέψουμε» το γνωστό με το άγνωστο. Κάναμε κάτι το διαφορετικό, κάτι πρωτόγνωρο.

Στο σημείο αυτό τελείωνε άλλη μία κυριακάτικη ορειβατική μας δραστηριότητα. Με πάμπολλες εικόνες στην άκρη του μυαλού μας πήραμε τον οδικό δρόμο της επιστροφής. Μέχρι να φτάσουμε στη Βέροια οι συζητήσεις πολλές.

Είχαμε πολύ υλικό να αναλύσουμε, να σχολιάσουμε, να προβληματιστούμε. Εκείνο όμως που έκανε τη διαφορά στο ταξίδι μας της επιστροφής, ήταν το υπέροχο άρωμα του κίτρινου τσαγιού του βουνού που μας συντρόφευε μέχρι να φτάσουμε στα σπίτια μας.

Απολογισμός :

Διαδρομή :  «Στάνη», λίγο πιο πάνω από το Τσεπέλοβο ( υψ.  1.330μ. )–μονοπάτι

με σήμανση-«Λάκκος Μεγάλων Λιθαριών»-αυχένας  «Μεγάλα

Λιθάρια», «Τσούκα Ρόσα»-«Λημέρια Κλεφτών»-μονοπάτι «Ο3»-

«Πέρασμα Καρτερού»-«Καρτερός» ( υψ. 2.476 μ.-δική μας διαδρομή

επιστροφής με πορεία στο «Λεπούσι» και εκτός μονοπατιού.

Ώρες :        12  ( συνολικός  χρόνος )

Υψομετρική  διαφορά : 1.683 μ. ( με  τα  ανεβοκατεβάσματα ). Στοιχεία GPS.

Απόσταση :  24  χλμ.

Συντάκτης

Αλέξανδρος Γραμματικόπουλος
Αλέξανδρος Γραμματικόπουλος 31 posts

Γεωπόνος - Ορειβάτης - Φυσιολάτρης

0 Comments

Δεν υπάρχουν σχόλια!

You can be first to comment this post!

Ειδήσεις με Διάρκεια