Γιώτα Φωτιάδου - Μπαλαφούτη. Η συγγραφέας των απλών και βασανισμένων ανθρώπων

Συνέντευξη στη Δήμητρα Σμυρνή

Έχει γυρίσει από την Αθήνα, όπου ζούσε για χρόνια κι όπου γράφτηκαν τα βιβλία της, που την καθιέρωσαν ως λογοτέχνιδα. Είναι πια στο γενέθλιο τόπο, στη Βέροια, τον τόπο του αγώνα της να αναστήσει μόνη τα μικρότερα αδέλφια της, παίζοντας το ρόλο του πατέρα και της μάνας μαζί.

Με περιμένει στο σπίτι της αδελφής της Αντωνίας Αναγνώστου, ένα σπίτι που αναδίδει τον αέρα μιας άλλης εποχής, ένα σπίτι που είναι κατάθεση στη μνήμη. Μου δείχνει οικογενειακά κειμήλια και μου μιλά με συγκίνηση γι αυτά. Τα τιμαλφή της μνήμης…

Η Γιώτα Φωτιάδου – Μπαλαφούτη είναι η συγγραφέας των απλών και βασανισμένων ανθρώπων, που έκανε τη φωνή τους δική της μέσα από τα βιβλία της. Κυρίαρχος στο έργο της ο Ποντιακός Ελληνισμός και τα πάθη του, αλλά πάνω απ’ όλα κυρίαρχος ο άνθρωπος και η μοίρα του να είναι παιχνίδι στα χέρια των δυνατών.

Πολυγραφότατη, μεταφρασμένη σε πέντε γλώσσες, βραβευμένη, καταξιωμένη  στο χώρο της, είναι μια γυναίκα που  διακρίνεται από μια πηγαία ευγένεια και γλυκύτητα, που συνοδεύεται όμως από έναν κρυφό δυναμισμό. Η συσσωρευμένη πείρα ζωής αντανακλάται στο έργο της αλλά και σ’ όλη την παρουσία της. Ήρεμη δύναμη…

Μιλά στη Φαρέτρα για τα δύσκολα χρόνια της ζωής της, για την ανάγκη της έκφρασης μέσα από τη γραφή, για τον Ποντιακό Ελληνισμό που την καθόρισε ως άνθρωπο και ως συγγραφέα, για την ανθρώπινη μοίρα και τον αγώνα των ανθρώπων που πρέπει να δίνεται,  για να την αλλάξει.

Επιστρέφετε στη Βέροια μάλλον οριστικά μετά από πολύχρονη απουσία στην Αθήνα, όπου ζούσατε. Ποια συναισθήματα είχατε για τον γενέθλιο τόπο όσο λείπατε και πώς νιώθετε τώρα μετά την επιστροφή σας στην πόλη; Πόσο αλλαγμένη τη βλέπετε  και ως προς το χώρο και ως προς τους  ανθρώπους της;

Δούλευα σε συμβολαιογραφείο στη Βέροια τα πρώτα χρόνια, πριν φύγω στην Αθήνα, και με ήξερε όλος ο κόσμος. Είχα το «καλημέρα» από δω, από κει, συνέχεια. Τώρα περπατώ στο δρόμο και δε βλέπω πια κανέναν γνωστό. Κι αυτό είναι κάτι που με τρομάζει. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν φύγει, και στην πόλη, που άλλαξε τόσο πολύ, χάνομαι.

Στην Αθήνα που ζούσα, πάντα ένιωθα νοσταλγία για τη Βέροια και ερχόμουν, γιατί ήμουν πολύ δεμένη με τους δικούς μου. Δεν έχασα ποτέ την επαφή μου μαζί της, όμως οι αλλαγές και ως προς το χώρο και ως προς τους ανθρώπους είναι πολύ μεγάλες.

Πότε ξεκινάτε να γράφετε και πώς ανακαλύπτετε πως για σας η γραφή είναι ανάγκη και τρόπος ζωής;

Όσο κι αν ακούγεται απίστευτο ήταν προϊόν καταπίεσης! Τι εννοώ; Εδώ πρέπει να μιλήσω για τη ζωή μου, για να με καταλάβετε…

Από μικρό παιδί έπρεπε να παίζω το ρόλο του πατέρα και της μητέρας για τα τέσσερα μικρότερα αδέλφια μου. Έζησα έντονα τα «πέτρινα χρόνια», αφού ο πατέρας μου ήταν για δέκα χρόνια στη φυλακή ως πολιτικός κρατούμενος, και η μητέρα μας ήταν έξω στη Ρουμανία για είκοσι χρόνια ως πολιτικός πρόσφυγας.

Όταν, λοιπόν, τελείωσα το μεγάλωμα και των μικρότερων αδελφών μου,  τότε αισθάνθηκα φοβερή πίεση απ’ όσα είχα ζήσει μέχρι τότε κι από όσα είχα στερηθεί. Ένιωσα ότι δεν έκανα τίποτα απ’ όσα ήθελα να κάνω, μιας και δεν μου δόθηκε η δυνατότητα να φοιτήσω στο πανεπιστήμιο, που τόσο το ήθελα. Στράφηκα λοιπόν στη γραφή. Ήθελα να βγάλω προς τα έξω όσα είχαν μαζευτεί μέσα μου όλα αυτά τα χρόνια. Και έτσι  έγραψα το πρώτο μου ποίημα που αργότερα μελοποιήθηκε. Ήταν ένα ποίημα – εξομολόγηση και απόσταγμα της μέχρι τότε εμπειρίας μου. Θυμάμαι πάντα τους  στίχους του:

Και να θυμάσαι πως άλλοι κοπιάζουν
κι άλλοι κερδίζουν  σ΄ ετούτη  τη γη
Μην είσαι παιδί…

Έτσι, λοιπόν, γράφοντας, ξεκίνησα να βγάζω προς τα έξω όσα είχα μέσα μου και που τα κουβαλούσα σαν μεγάλο βάρος. Αυτή η πρώτη προσπάθεια γραφής γίνεται πριν το ΄73.

Η μητέρα Φωτιάδου μετά την επιστροφή της ανάμεσα σε παιδιά και εγγόνια

Ζείτε την περιπέτεια του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας και του Πόντου μέσα από τις αφηγήσεις των γονιών σας και την Κατοχή, την Αντίσταση και τον Εμφύλιο μέσα από την προσωπική σας εμπειρία. Θα είχε υπάρξει η συγγραφέας Γιώτα Φωτιάδου-Μπαλαφούτη και τα βιβλία της χωρίς αυτά τα γεγονότα, που σημάδεψαν τη Νεώτερη Ελλάδα;

Αναμφίβολα όχι. Αυτά τα χρόνια αποτελούν το σκηνικό των βιβλίων μου, και οι πρωταγωνιστές μου είναι όλοι υπαρκτά πρόσωπα αφανείς ήρωες που συνάντησα στη ζωή μου και μου εμπιστεύτηκαν τις προσωπικές του ιστορίες. Ήρθαν και πέρασαν και άφησαν τις ζωντανές μαρτυρίες τους. Πρόκειται για μια βιωματική γραφή συσσωρευμένης ιστορικής και συναισθηματικής εμπειρίας.

Ειδικά ο Ποντιακός Ελληνισμός κατέχει εξέχουσα θέση στο έργο σας. Πώς θα χαρακτηρίζατε την ποντιακή φυλή; Ποια είναι εκείνα τα χαρακτηριστικά που την ορίζουν;

Η συγγραφέας στο σπίτι της στην Αθήνα

Κατά τη διάρκεια βράβευσης μου από τους Πόντιους της Κορίνθου για το έργο μου, αντί για οτιδήποτε άλλο μετά τη εκδήλωση,  είπα αυτό που πιστεύω ότι χαρακτηρίζει τον Ποντιακό Ελληνισμό:

 Ο Πόντιον καμίαν 'κι χάται
'σ ση βουρά'ν' ατ' απέσ'
σπικ' το λιθάρ'
εβγάλ' νερόν και πίν'
και διν'
και τ' άλλιτς.

Η γλώσσα μας, η ποντιακή, είναι ποιητική γλώσσα και γι αυτό βγήκε αυτό το πορτρέτο τόσο αυθόρμητα.

Μέσα σ΄ αυτά τα λόγια κρύβεται πάνω απ’ όλα η δύναμη του ποντιακού λαού, η αντοχή του στις δυσκολίες. Άλλωστε έτσι μας τον περιέγραφε και η γιαγιά μας, που πέθανε 104 χρονών, μέσα από αφηγήσεις και παραμύθια.

Άλλο χαρακτηριστικό του είναι η φιλοδοξία του να μορφώσει τα παιδιά του, και μάλιστα η μάνα επέμενε πολύ στον τομέα αυτό. Ακόμη και η πιο φτωχιά οικογένεια έστελνε το παιδί της στο σχολείο, στην πατρίδα. Αυτό ήταν το όνειρό τους και γι αυτό δουλεύανε. Και η δική μου οικογένεια, παρότι αγροτική, μου έδωσε την δυνατότητα να μάθω αγγλικά γαλλικά και πιάνο στα πρώτα χρόνια της ζωής μου.

Φιλόδοξοι, φιλομαθείς και φιλότιμοι. Ετσι τους έζησα....

Γράψατε όμως και ένα βιβλίο για τους Βλάχους, το «Εμείς οι Βλάχοι». Τι σας οδήγησε στη γραφή του εσάς, που ο Πόντιοι σάς θεωρούν την αντιπροσωπευτικότερη συγγραφέα τους;

Οι γείτονές μας ήταν Βλάχοι και τους ζούσαμε από πολύ κοντά. Μάλιστα ο παππούς τους ήταν ένας πραγματικός ήρωας του Μακεδονικού Αγώνα, κι αυτό με συγκινούσε από παιδί.

Οι Βλάχοι είναι φυλή εργατική και έξυπνη. Να προσθέσουμε στα χαρακτηριστικά τους και τη φιλοδοξία, καθώς και το εμπορικό τους δαιμόνιο. Τα τελευταία χρόνια ασχολήθηκα και με τη ιστορία της οικογένειας Μπουτάρη και με το Νυμφαίο, το χωριό τους. Αυτό το γεγονός μού έδωσε πληροφορίες που δεν γνώριζα για την ζωή στα βλαχοχώρια.Φεύγανε μακριά  και γυρίζανε πίσω πάμπλουτοι. Ό,τι καλό βλέπανε στο εξωτερικό που ζούσανε το μεταφέρανε στο χωριό τους. Βάζανε φαναράκια στους δρόμους τους, είχαν δασκάλους που τους πληρώνανε στα σχολεία τους. Στο Νυμφαίο, στα τέλη του 19ου αιώνα, είχαν   δύο γιατρούς που αμείβονταν από την κοινότητα.

Η συγγραφέας με την αδελφή της Αντωνία στη Βέροια

Γράφετε από ποίηση μέχρι θέατρο κι από διήγημα και μυθιστόρημα μέχρι παραμύθι. Ποιο λογοτεχνικό είδος σάς εκφράζει περισσότερο;

Ο Χρίστος Τσολάκης, από τον οποίο περνούσαν πάντοτε τα γραπτά μου, με προέτρεψε να γράφω πεζό.

Ωστόσο, το να δημιουργώ ένα ποίημα μού δίνει μια διαφορετική χαρά.

Κείμενά σας έχουν συμπεριληφθεί σε σχολικά βιβλία, έχουν γίνει μεταφράσεις κάποιων σε πολλές γλώσσες (ιταλικά- αγγλικά- αλβανικά-βουλγαρικά-πολωνικά), μελοποιήθηκε η ποίησή σας, ανέβηκαν θεατρικά σας έργα και έχετε βραβευτεί δύο φορές για το συγγραφικό σας έργο. Είναι αναμφισβήτητα μια καταξίωση. Πώς αισθάνεστε που τη ζήσατε;

Και ποιος δε χαίρεται την αναγνώριση! Γιατί εγώ είχα πάντα τις ανασφάλειές μου. Καθώς δεν πήγα στο Πανεπιστήμιο, που τόσο το ήθελα, είχα μια διαρκή ανασφάλεια. Φαίνεται όμως πως αυτό το κενό των σπουδών το κάλυψε η μεγάλη πείρα της ζωής. Συχνά, όταν έγραφα και τελείωνα ένα κομμάτι, ήταν τέτοια η έκπληξη μου που, όταν το ξαναδιάβαζα, αναρωτιόμουν «εγώ το έγραψα»;

Στο τελευταίο βιβλίο σας, «Τα πολλά πρόσωπα της προσφυγιάς», δίνετε την προσφυγιά του Ξεριζωμού, τη μετανάστευση, και τη σύγχρονη προσφυγιά των θυμάτων του πολέμου στην Ανατολή. Πέρα από την καταγραφή των γεγονότων και τα πορτρέτα των απλών και βασανισμένων ανθρώπων, που κυριαρχούν και στα προηγούμενα βιβλία σας, ποιους καταδικάζετε για τη μοίρα αυτών των αθώων;

Όσους εκμεταλλεύονται αθώες ψυχές που ψάχνουν ελπίδα για το αύριο...είτε αυτοί είναι υψηλόβαθμα στελέχη που συνεδριάζουν στα διεθνή φόρα, είτε δουλεμποροι που θαλασσοπνίγουν σε πλαστικές βάρκες παιδιά...

Ο Ελληνισμός περνά μέσα από τις «μυλόπετρες» της σημερινής κρίσης, αντιμετωπίζοντας μια νέα περιπέτεια. Ο καθημερινός άνθρωπος του σήμερα, ο βασανισμένος άνθρωπος, αυτός που αυτοκτονεί από τα χρέη του, που ψάχνει στα σκουπίδια, που πετιέται στο δρόμο, ενώ κάποτε ήταν νοικοκύρης, θα αποτελέσει μελλοντικό ήρωα των βιβλίων σας;

Νομίζω πως δεν προλαβαίνω να το κάνω, είμαι πια αρκετά μεγάλη… Αλλά, πέρα απ’ αυτό, νιώθω πως ακόμα χρωστάω στο παρελθόν. Ειδικά, όσο δεν αναγνωρίζεται η Ποντιακή Γενοκτονία, αισθάνομαι πως είμαι ταγμένη σ’ αυτόν το σκοπό.

Εσείς που πιστεύετε πως ο Έλληνας ξαναγεννιέται μέσα από τις στάχτες του – το είπατε τόσο ωραία για τον Πόντιο, «καμίαν κι χάται» (καμιά φορά δε χάνεται)- βλέπετε ελπίδα στα σημερινά αδιέξοδα; Πού βλέπετε να βαδίζει ο σύγχρονος Ελληνισμός, με την πολύ μεγάλη πείρα ζωής που σας διακρίνει;

Η μοίρα των λαών είναι δυστυχώς να αδικούνται από τους δυνατούς. Αλλά κι εκείνο που πρέπει να τους διακρίνει, για να ξεφύγουν από τη μοίρα τους, είναι ο αγώνας. Πρέπει ν’ αγωνιστούμε για ν’ αλλάξουμε τη μοίρα μας. Ο καθένας μπορεί να κάνει τον αγώνα του με τα δικά του όπλα. Αλλά πρέπει να τον κάνει.

Φωτογραφίες: faretra.info

 

 

Συντάκτης

0 Comments

Δεν υπάρχουν σχόλια!

You can be first to comment this post!

Ειδήσεις με Διάρκεια