Απόψεις Κοινωνία Περισσότερο διαβασμένα

“Δημοσιογραφικός λόγος και παιδαγωγική των Μ.Μ.Ε” (1) γράφει ο Αριστοτέλης Παπαγεωργίου

Εκφάνσεις και λειτουργίες του δημοσιογραφικού λόγου –  Η γλωσσική πραγματολογία της εφημερίδας

[Πρώτο Μέρος]

Ο δημοσιογραφικός λόγος, ως γλωσσικό προϊόν εγγεγραμμένο στην κοινωνική του συνισταμένη, παράγει «χρηστικά» κείμενα με πολυδύναμη σημειωτική. Συμπεριλαμβάνονται η ειδησεογραφία καθαυτή, το (κύριο) άρθρο, η συνέντευξη, οι επιφυλλίδες, τα ρεπορτάζ αλλά και οι διαφημίσεις ή ακόμη και οι μικρές αγγελίες. Η δημοσιογραφική γλώσσα συνιστά είδος λόγου διακριτό και (μάλλον) διακεκριμένο.[1] Υπηρετεί και προάγει τη διαμεσολαβητική λειτουργία μεταξύ του πομπού και του δέκτη. Στην ειδησεογραφία σε αρκετές περιπτώσεις  διαπλέκεται η ανακοίνωση της είδησης με το σχολιασμό, ρητά ή υπαινικτικά. Ο δημοσιογράφος καταθέτει προσωπικές απόψεις και κρίσεις∙ είναι κατά βάση αυτοαναφορικός. Ακόμη και όταν η πρόθεση καταγραφής εξαντλείται στην απλή γνωστοποίηση της είδησης, ο (εκ)φερόμενος λόγος είναι τελικά προσωποπαγής.

Σημασία δεν αποκτά μόνο η πληροφόρηση· το ενδιαφέρον εστιάζεται και στο ποιος ανακοινώνει, επισημαίνει, εικάζει ή σχολιάζει το οτιδήποτε. Η διαπίστωση αυτή ισχύει για τον κάθε συγγραφέα – κατασκευαστή (και όχι κατ’ ανάγκη δημιουργό) δημοσιογραφικού κειμένου. Σήμερα, μάλιστα, με την αδηφάγο κατίσχυση της τηλοψίας και τη σωρευτική «παραγωγή» καθ’ έξιν δημοσιογράφων – παρουσιαστών – αναλυτών και εν τέλει TV stars, η διαφορική κατάσταση στην παραγωγή ειδησεογραφικού λόγου φαίνεται τουλάχιστον παρεκκλίνουσα. Συχνά ερανίζεται η εκζήτηση. Η ειδησεογραφική παρουσίαση είναι τότε προσχεδιασμένη και σχηματική. Οδηγείται εκ προοιμίου στην παραπειστικότητα. Η χαλκευμένη πληροφόρηση εξωθεί το δέκτη στην επικοινωνία μέσα από το απείκασμα της είδησης, τον αναγκάζει να στραφεί τελικά στην πλάγια αντανάκλασή της. Καλείται κάθε φορά να αποκωδικοποιεί δηλωτικές προσημάνσεις.

Ο δημοσιογράφος είναι φορέας συγκεκριμένων πεποιθήσεων, με γνώμονα τις οποίες διαμορφώνεται η θεώρησή του για την έννοια και τη στάση της κοινής γνώμης. Λειτουργώντας ως πομπός επιχειρεί να μεταβιβάσει, να (επι)κοινωνήσει τις θέσεις του προς τον αναγνώστη. Κατά συνέπεια, ο εκπεμπόμενος δημοσιογραφικός λόγος αντικατοπτρίζει την υποκειμενική οπτική στη θέαση των πραγμάτων. Η διαμεσολαβητική λειτουργία απορρέει από τη ζωτική ανάγκη του ανθρώπου για επικοινωνία, καταρχήν και καταρχάς με το περιβάλλον του. Οι ορίζουσες της διαμεσολάβησης διαγράφουν ευκρινώς τη σχέση του πομπού με το δέκτη. Η επικοινωνιακή συνθήκη καθορίζεται από το ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο και τα κοινωνικά συμφραζόμενα, την κουλτούρα και τα πολιτισμικά πρότυπα αλλά και από τα συγκυριακά ενδεχόμενα.

Οι εμπλεκόμενοι στην παραγωγή του δημοσιογραφικού λόγου καθίστανται άτυποι φορείς του γραμματισμού. Εκ των πραγμάτων ενεργοποιείται η διαμεσολαβητική χρήση της γλώσσας. Διαμορφώνουν και αναπαράγουν το κυρίαρχο πνευματικό status. Δύνανται να συμπράττουν κατά περίπτωση στην κοινωνική ή και στην πολιτισμική επιβολή. Ακόμη και όταν ασκείται πολεμική στις κατεστημένες νοοτροπίες και τα ιδεολογικά τους ερείσματα, η δημοσιογραφία χρησιμοποιεί ως εξοπλισμό τον ίδιο γλωσσικό κώδικα που θα μεταχειριζόταν και αντιστρόφως, στην απόπειρα δηλαδή της ισχυροποίησής τους. Το διαμεσολαβητικό σχήμα στην επικοινωνία φέρει σταθερά, ενδογενή χαρακτηριστικά. Συχνά διέπεται από εννοιολογική ρευστότητα σε σχέση με τα κριτήρια αναφοράς και ερμηνείας. Είναι εντυπωσιακή, όσο και επίφοβη, αυτή η διαρκής εναλλαγή σημαινομένων. Η έμφαση δίνεται στο συγχρονικό τους αντίκρισμα – στην άμεση εξαργύρωσή τους στο παρόν – και όχι στη διαχρονική αυταξία. Η επικοινωνιακή εμμονή στη σχηματική επανάληψη καταδικάζεται ως άγονος συντηρητισμός.

Ασφαλώς τα Μ.Μ.Ε δε στοχεύουν ούτε αποσκοπούν – τουλάχιστον a priori – στην ηθικολογία. Όμως, διαρκώς τείνουν προς καθιέρωση πρότυπα –μορφωτικά, αισθητικά, επικοινωνιακά – με προδιαγραφές και ημερομηνία λήξης. Συνήθως τα προβαλλόμενα ιδεολογήματα είναι απαστράπτοντα. Στη γλωσσική τους υπόσταση εντοπίζονται σοφιστικές αποχρώσεις. Οι πληροφορίες μεταδίδονται με αστραπιαία ταχύτητα. Είναι σχεδόν ανέφικτο για το δέκτη να τις παρακολουθήσει συνολικά· πόσο μάλλον να προβεί στη δημιουργική αφομοίωσή τους[2]. Η παθογένεια αυτή συνδέεται με την εμπορευματοποίηση της δημοσιογραφίας και την ένταξη του τύπου στα μεγάλα οικονομικά τραστ. Καθώς «η ενημέρωση έχει πλέον μετατραπεί σε βαριά βιομηχανία» – η εκτίμηση οφείλεται στον Umberto Eco – δεσμεύεται από τα συμφέροντα, που υπαγορεύουν η μεγιστοποίηση του κέρδους και ο ανταγωνισμός των επιχειρήσεων.

Η εφαρμογή κανόνων του marketing από τους δημοσιογραφικούς οργανισμούς, η υπαγωγή της ενημέρωσης στη λογική του fast ή του slow diffusion καθίσταται επιζήμια. Συγχέεται η μέθοδος με τη μεθόδευση. Η επαρκής ενημέρωση αλλά και ο γραμματισμός του κοινού με κριτήριο την ορθολογιστική διαχείριση της πληροφορίας δε συνιστούν πλέον την άμεση προτεραιότητα. Απεναντίας, η αντικειμενικότητα αυτοενεχυριάζεται, όταν εμπίπτει σε ωφελιμιστικές στρατηγικές. Η διαχείριση της – μίσθαρνης όσο και ακρωτηριασμένης – πληροφορίας από τον εκάστοτε φορέα της συχνά παραπέμπει στη συστηματική εκμετάλλευση του δέκτη και μεταστρέφεται σε αγυρτεία. Η εγκόλπωση αξιών και η ψυχική ενσυναίσθηση προδικάζονται, καθώς αποκτούν μόνο τρέχον νόημα. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα Μ.Μ.Ε μεταφράζουν την «τρεχάμενη ηθική» – παραπέμποντας στον Καβάφη – επειδή ακριβώς υπαγορεύονται από τα σημαινόμενά της. Το κοινό (μαθαίνει να) εθίζεται πλέον στο πομπώδες και το ποικιλότροπα ερεθιστικό. Η παγίωση του δημοσιογραφικού management συνεπάγεται τον κατακερματισμό της ειδησεογραφίας.

Η σχεδίαση ενημερωτικής πολιτικής κατευθύνεται από τους μεταβαλλόμενους συσχετισμούς δυνάμεων και το ποικιλώνυμο πλέγμα των συμφερόντων τους. Η ποιότητα της ενημέρωσης διακυβεύεται, εφόσον το κέντρο βάρους μετατοπίζεται πλέον προς τη σωρευτική παραγωγή και τη διασπορά των ειδήσεων. Σημειώνεται αδιακρίτως και προς πάσα κατεύθυνση, χωρίς τη δέουσα προσοχή για την περισυλλογή, το συστηματικό έλεγχο  και την κριτική επεξεργασία του πληροφοριακού υλικού[3]. Άλλωστε πρόκειται για διαδικασία χρονοβόρα και όχι προσοδοφόρα! Πάντως η διαμεσολάβηση προσφέρει στο δημοσιογράφο, ως κύριο διαμορφωτή του μηνύματος, εκτεταμένες δυνατότητες. Θεμελιώδης όρος για τη λειτουργική επιτέλεση της διαδικασίας είναι και η καθιέρωση ενός ιδιαίτερου γλωσσικού κώδικα με πολλαπλή σημαντική.

Παραπληρωματικά, η γλώσσα των media συνάπτεται με την ανάπτυξη ενημερωτικών και παιδαγωγικών λειτουργιών. Συμβάλλει αποφασιστικά στη διαμόρφωση των συνειδήσεων και την παγίωση του κυρίαρχου ήθους. Ταυτόχρονα, ο δημοσιογραφικός λόγος (δύναται και να) εκπαιδεύει. Πρωτίστως, η πληθώρα των πληροφοριών αντλείται από ποικίλες εστίες. Τα συμβάντα και τα γεγονότα – η συνωνυμία των δύο εννοιών δε συνεπάγεται την ταυτοσημία τους, τουλάχιστον στο επίπεδο της ιστορικής ερμηνευτικής – γνωστοποιούνται στο ευρύ κοινό. Η επικαιρότητα διοχετεύεται και αναπαράγεται ως συλληφθείσα πραγματικότητα σε κάθε εποχή. Η ενημερωτική παράμετρος είναι κρίσιμη για το σχηματισμό – ενδεχομένως και για τον έλεγχο – της κοινής γνώμης. Η δημοσιογραφία, σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή, φέρει αξίες, αποπειράται και επιδιώκει την καθολικότητα.

Το ζήτημα στην ευρύτερη θεώρησή του συνυφαίνεται κυρίως με την πολιτική λειτουργία των Μ.Μ.Ε. Σε συνθήκες ιδανικής αυτοπραγμάτωσης ελέγχουν την εξουσία με την άσκηση κριτικής, προασπίζουν τη νομιμότητα των δημοκρατικών θεσμών, υποστηρίζουν τον κοινοβουλευτισμό, επιβάλλουν τη λογική της διαφάνειας στη δημόσια ζωή, στιγματίζουν την αυθαιρεσία, την αδράνεια ή και την αλαζονεία των ιθυνόντων, εδραιώνουν τον πλουραλισμό. Όμως στην εποχή του πληροφοριακού τύπου[4] τα παθογενή φαινόμενα πολλαπλασιάζονται. Η είδηση εννοιολογικά μετασχηματίζεται – μάλλον υποτιμάται – και η εγκυρότητά της διακυβεύεται, με άμεσο επακόλουθο την ποιοτική αλλοίωση. Η ειδησεογραφία καθορίζεται τελικά από την επισώρευση των πληροφοριών, διασταυρωμένων ή μη. Κατά συνέπεια, η αξιοπιστία της διαρκώς ελέγχεται και επαναπροσδιορίζεται. Η νοσηρότητα έγκειται στην αναφομοίωτη ενθυλάκωση αυτών των πληροφοριών, χωρίς να μεσολαβεί κριτικός έλεγχος και ιδεολογική προεργασία. Ο ακατάσχετος πλουραλισμός – η στρεβλή αντίληψη για την έννοια της πολυφωνίας – εξοστρακίζει την αντικειμενικότητα.

Οι βάσιμες επικρίσεις για τα Μ.Μ.Ε αφορούν κυρίως τη μονομέρεια στην παρουσίαση και την εσκεμμένη ψευδολογία, την εμπάθεια και τη σπίλωση των υπολήψεων, την παραπληροφόρηση και τον κιτρινισμό. Μάλιστα συχνά συμβαίνει να υιοθετούνται λαϊκίστικες πρακτικές, προκειμένου να ακεραιωθεί ηθικά η δημοκοπία! Εμφαίνεται η δημοκρατικότητα, επιφαίνεται η λαϊκότητα, προκατασκευάζεται η ειδησεογραφία και τελικά ανατροφοδοτείται η κρατούσα ιδεοληψία[5]. Η κρίση στην παραγωγή έγκυρου πολιτικού λόγου επιδεινώνεται. Ο ετεροπροσδιορισμός και η πόλωση νοθεύουν το πολιτικό αισθητήριο και δυσχεραίνουν την ανάπτυξη γόνιμου διαλόγου. Μέσα στην περιδίνηση των πληροφοριών και της αληθοφάνειας δε φυλλοροεί μόνο η αντικειμενικότητα. Ο αναγνώστης οφείλει να διαθέτει την επαρκή πείρα, το γλωσσικό αισθητήριο, τη νοητική εγρήγορση, ακόμη και την απαραίτητη γνωστική υποδομή, προκειμένου να είναι σε θέση, ώστε να «αποκρυπτογραφεί» την είδηση, να διακρίνει το ουσιώδες από το επουσιώδες, να περνά συνειδητά και απρόσκοπτα στο δεύτερο επίπεδο της ανάγνωσης.

Προφανώς, δικαιώνεται η εκτίμηση ότι ο οικονομικός επεκτατισμός στο χώρο των Μ.Μ.Ε είναι σύμφυτος με το συντελούμενο πνευματικό ιμπεριαλισμό. Αναπόφευκτα επιδρά και στην ουσία, στο περιεχόμενο δηλαδή της επικοινωνίας. Συγκεκριμένα «ως αποτέλεσμα της κεφαλαιοκρατικής οργάνωσης στην πολιτιστική παραγωγή, η κουλτούρα των κοινωνιών του ανεπτυγμένου καπιταλισμού εμφανίζει ορισμένα χαρακτηριστικά – τάσεις, όπως η στερεοτυπία και ο συντηρητισμός, η έλλειψη ουσιαστικής πολυφωνίας, η κυριαρχία του καταναλωτικού πνεύματος, η ‘απολιτικοποίηση’ της επικοινωνίας»[6]. Με θεμελιώδες σημειωτικό σύστημα το γλωσσικό κώδικα, ο δημοσιογραφικός λόγος σαφώς και είναι τόσο ισχυρός, ώστε δύναται να σηματοδοτεί, να κατευθύνει και να χειραγωγεί, ενδεχομένως και να δογματίζει. Η επισήμανση αυτή είναι καταλυτική είτε αφορά την αμιγή ειδησεογραφία και την εμπλοκή του σχολίου στην καταγραφή της είδησης, είτε ακόμη και την ιδιαίτερη σημαντική στη γλώσσα των τίτλων.

Αριστοτέλης Παπαγεωργίου    

Φιλόλογος – Θεατρολόγος

Σημείωση Φαρέτρας: Το ερχόμενο Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου, θα δημοσιευτεί το δεύτερο  από τα τέσσερα μέρη της σειράς.

————————————————————————————————————–

[1]               Χατζησαββίδης (2000, 243 κε). Η δημοσιογραφία αξιοποιεί ευέλικτα και τη γραπτή αλλά και την προφορική μορφή της γλώσσας. Καταχωρίζονται συνολικά εννέα περιπτώσεις εκδίπλωσης και πραγμάτωσης του δημοσιογραφικού λόγου (π.χ προσχεδιασμένος ή απροσχεδίαστος, αμιγώς γραπτός, γραπτός εκφερόμενος ως προφορικός, γραπτός συνοδευόμενος από προφορικό κά). Άλλωστε και η τυπολογία του δημοσιογραφικού λόγου καθορίζεται από κριτήρια ειδολογικά. Η γλώσσα της δημοσιογραφίας είναι πολύπτυχη. Περιλαμβάνει και αναπτύσσει πολλά είδη λόγου ταυτόχρονα: στο τελικό σχεδίασμα, που επιτελεί μία εφημερίδα επί παραδείγματι, ενυπάρχουν και συλλειτουργούν ο ειδησεογραφικός και ο σχολιογραφικός λόγος ή ο λόγος των συνεντεύξεων με το λόγο των τίτλων… Παράλληλα, επισημαίνονται οι πρωτογενείς και οι δευτερογενείς λειτουργίες του, καταφανείς ή λανθάνουσες. Η κατηγοριοποίηση εδραιώνεται σε δεδομένα πραγματολογικά.

[2]               Σύμφυτη με την τρέχουσα αντίληψη για την προσέγγιση της επικαιρότητας είναι και η μέθοδος της φωτοανάγνωσης. Ενεργοποιούνται συγκεκριμένες τεχνικές, ώστε ο αναγνώστης να είναι σε θέση να διαβάζει γρήγορα και αποτελεσματικά. Η εστίαση αφορά το κατά περίπτωση (ή/και κατ’ επίφαση;) ουσιώδες. Ενδεχομένως η πρακτική αυτή είναι χρήσιμη και άρρηκτα συνδεμένη με τις επιταγές της new word order. Ωστόσο φαλκιδεύει τη χαρά του διαβάσματος και υπονομεύει την αξία της ανάγνωσης ως δημιουργικής πράξης. Οι θιασώτες του photoreading εμμένουν στην αποτελεσματικότητα της μεθόδου, εφόσον ανασύρονται δυνατότητες από το συνολικό φάσμα του εγκεφάλου και επιταχύνεται η μνημονική ανασυγκρότηση. Κατ’ επέκταση η μέθοδος δύναται να εφαρμοστεί και στη διδακτική πράξη, καθώς υπηρετεί τα σύγχρονα προσδοκώμενα του «μαθαίνω πώς να μαθαίνω». Ήδη διδάσκεται συστηματικά σε οργανωμένα σεμινάρια (Photoreading Hellas Co) αλλά και σε δραματικές σχολές. Υποστηρίζεται ότι η εναλλακτική αυτή πρακτική είναι μόνο συμπληρωματική και δεν παρακωλύει επί της ουσίας την παραδοσιακή αναγνωστική λειτουργία. Το αντεπιχείρημα όμως είναι εξίσου ισχυρό: ο εθισμός – κυρίως των νέων ανθρώπων – στην ανάγνωση υψηλών ταχυτήτων μάλλον διακυβεύει de facto την ποιότητα της αναγνωσιμότητας.

[3]               Βλ. και Παπαθανασόπουλος (2005, 370 κε). Στην τρέχουσα φάση, οπότε τείνει να κυριαρχήσει το ευτελές, το τετριμμένο ή το ψευδεπίγραφο, η ποιότητα της ενημέρωσης καταγράφεται ως φλέγον ζήτημα. Ενδεχομένως η κατάσταση σήμερα είναι πιο προβληματική σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν. Επί παραδείγματι καταγράφονται περικοπές σε αρκετά ΜΜΕ∙ η διαπίστωση αφορά κυρίως σε ποσοτικά μεγέθη. Περιορίζεται δηλαδή και ο αριθμός των απασχολούμενων δημοσιογράφων σε πολλά media αλλά και ο διαθέσιμος χρόνος, για να γράψουν θέμα τους ή να οργανώσουν το ρεπορτάζ. Τα δημοσιογραφικά κριτήρια μάλιστα διαφοροποιούνται, ακόμη και εντός του αυτού δημοσιογραφικού οργανισμού. Ο συγκεντρωτισμός οδηγεί σε ανορθόδοξα συνεπόμενα. Οι ιδιοκτήτριες εταιρείες των Μ.Μ.Ε  θέτουν ως πρωταρχικό στόχο την καθοδήγηση του κοινού (τους) προς τον αντίστοιχο διαφημιστικό θύλακα. Επομένως επηρεάζεται όχι μόνο η ποιότητα αλλά και η αντικειμενικότητα της ίδιας της ενημέρωσης.

[4]              Βλ. σχετικά και Πασαλάρης (1984, 18 κε). Στην ιστορία του τύπου διακρίνονται τρεις ιστορικές φάσεις, άρρηκτα συνδεμένες με τα αντίστοιχα άλματα στη βιομηχανοποίηση της παραγωγής και τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας. Στην πρώτη περίοδο – εκτείνεται χρονικά από τις απαρχές της τυπογραφίας έως την έκρηξη της Γαλλικής Επανάστασης (1500-1789) – ο τύπος είναι απολυταρχικός. Καθορίζεται από το δόγμα ότι η αλήθεια υφίσταται μόνον ως προνόμιο της εξουσίας. Λειτουργεί με τα κινητά μεταλλικά στοιχεία του Gutenberg (περ. 1440 κε) και τα επίπεδα χειροκίνητα πιεστήρια. Οι εφημερίδες τυπώνονταν σε ελάχιστα αντίτυπα και περιείχαν ελάχιστες ειδήσεις, εκ των οποίων οι περισσότερες ήταν ανακοινώσεις της εκάστοτε ηγεσίας. Ακολούθως στη δεύτερη φάση – από τη Γαλλική Επανάσταση έως και την οριστική εδραίωση του ναζισμού στην Ευρώπη (1789-1939) – ο τύπος χαρακτηρίζεται από τάσεις πολιτικού φιλελευθερισμού. Η αλήθεια προβάλλεται πλέον ως το προϊόν γόνιμου διαλόγου ανάμεσα στον πολίτη και την κυβέρνησή του. Σαφώς αποτυπώνονται εδώ οι ιδεολογικές συνιστώσες του Διαφωτισμού και ο τύπος, ελέγχοντας την εξουσία, αντανακλά τις ορίζουσες ενός άτυπου Κοινωνικού Συμβολαίου (Thomas Hobbes, John Locke και προπάντων Jean-Jacques Rousseau). Ουσιαστικά,  – νομίζω – η θέαση και του τύπου υπό το πρίσμα αυτής της οπτικής αξιολογείται με γνώμονα την πεποίθηση του Rousseau για την έννοια της αλλοτρίωσης. Το άτομο, παραχωρώντας τα φυσικά του δικαιώματα στο κοινωνικό σύνολο, ανταλλάσσει – και υποτάσσει – την ατομικότητά του («εγώ») με την κοινωνικότητα («εμείς»), δηλαδή με τη συλλογική ύπαρξη και δράση. Τότε όμως προσφερόταν ένα ζωτικό επιχείρημα για αναίρεση του ατομικού συμφέροντος έναντι του συλλογικού οράματος και για παλλαϊκή συμμετοχή στην επανάσταση. Σήμερα, στην αστική κοινωνική οργάνωση, στις σύγχρονες αστικές δημοκρατίες ο τύπος αντικατοπτρίζει και στηρίζει το «εμείς» της κρατούσας πλειοψηφίας. Εξάλλου, η ίδια αναδεικνύεται στο πολιτικό προσκήνιο και κυβερνά δυνάμει του κοινοβουλευτισμού. Κατά συνέπεια προασπίζει τα συμφέροντά της, δύναται να ταυτίζεται με αυτά ή αναλόγως να διαφοροποιείται και εν κατακλείδι να μεταφράζει κατά το δοκούν τη σημασία της αντικειμενικότητας. Η μονοσημαντότητα στην πληροφόρηση, αν και συνιστά μία αντινομία, εντούτοις κατοχυρώνεται θεωρητικά. Το πρόβλημα διογκώνεται σήμερα δραματικά, οπότε και το marketing της εξουσίας διοχετεύεται από τα γραφεία τύπου…με την υπερκατανάλωση της πληροφορίας. Συνιστά μια πιο εκλεπτυσμένη αλλά συνάμα και πιο διαβρωτική μορφή προπαγάνδας. Μήπως άλλωστε η παραγόμενη πολιτική ειδησεογραφία δεν ελέγχεται; Τα κανάλια π.χ της κρατικής (δημόσιας κατ’ επίφαση) τηλεόρασης δε λειτουργούν ως «γραφεία δημοσίων σχέσεων» της εκάστοτε κυβέρνησης; Πάντως ο φιλελεύθερος τύπος στηρίχτηκε στο περιστροφικό πιεστήριο του Νέλσον (1851) και αργότερα στη λινοτυπική μηχανή του Μεργεντάλερ (1885). Οι εφημερίδες έτειναν προς την καθιέρωση, τυπώνονταν περισσότερα φύλλα, δημοσιεύονταν άρθρα και σχολιασμοί εκτός από τις ειδήσεις. Στην τρέχουσα φάση – από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έως σήμερα – ο τύπος είναι πληροφοριακός. Αποδέχεται τη μέγιστη πληθώρα των πληροφοριών, από την οποία πρεσβεύει ότι εκπορεύεται η αλήθεια. Τυπογραφικά βασίζεται στη φωτοστοιχειοθεσία, τα ταχυπιεστήρια και τα ηλεκτρονικά πιεστήρια offset. Οι παντοειδείς ειδήσεις κατέχουν πλέον την πρωτεύουσα θέση.

[5]               Πρβλ. τα όσα επισημαίνει σχετικά ο Τατσόπουλος (2007, 20). Ελάχιστα είναι γενικώς τα έντυπα, που αγνοούν τις υποδόριες δεσμεύσεις (οικονομικές, πολιτικές, ιδεολογικές…), τις συμβάσεις, τις αναστολές ή ακόμη και τα πολιτισμικά «συμπλέγματα» μίας δεδομένης περιόδου. Αναντίρρητα το φαινόμενο συναρτάται και με τα θεωρητικά προσδοκώμενα για την οριοθέτηση και την επιτέλεση των γραμματιστικών λειτουργιών σε κάθε εποχή. Η περίπτωση των συνεντεύξεων σήμερα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η δόμηση, η λεκτική επένδυση και τα επίπεδα γλωσσικού ύφους προσιδιάζουν στην καθημερινή εμπειρία. Φραστικά παραπέμπουν στην προφορική επικοινωνία. Επιλέγεται γλώσσα πιο απλή – κάποτε ρέπει και προς την απλοϊκότητα –  ευθύβολη αλλά και ιδιότυπη. Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 κε διαπιστώνεται ότι το style μίας συνέντευξης μεταμορφώνεται εντυπωσιακά: είναι πλέον πιο εξομολογητικό και άμεσο, πιο χαλαρό και εύκαμπτο,  περισσότερο αιχμηρό και επιθετικό, ίσως και κάπως αδιάκριτο. Προσεγγίζει – δημιουργικά ή μη – την προφορικοποίηση και το φραστικό αυθορμητισμό. Τείνει να εγκαταλειφθεί η ξύλινη γλώσσα και το παραδοσιακό σχήμα της προσχεδιασμένης πλαισίωσης (το «στημένο» και κίβδηλα συντηρητικό). Οι διαπιστώσεις αυτές  ισχύουν προπάντων για τις περιοδικές μηνιαίες εκδόσεις. Εξάλλου την πρωτοποριακή αυτή επιλογή εγκαινίασαν αμερικανικά περιοδικά, όπως το “People”, το “Face”, το “Vanity Fair” κά. Έχει πλέον γενικευτεί, χωρίς φυσικά να ελλείπουν και οι εκφυλιστικές τους συνδηλώσεις. Η στιλιστική επιτήδευση οδήγησε και σε ακρότητες. Επιβλήθηκε ένας «νέος τύπος» κιτρινισμού με μοντερνικό επίχρισμα.

[6]              Σεραφετινίδου (1991, 235).

banner-article

Δημοφιλή άρθρα

  • Εβδομάδας